Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

Ερωτήσεις για το Όνειρο στο κύμα


1      Ποιες ερμηνείες έχουν δοθεί για το διήγημα;
2      Ποια η σχέση συγγραφέα - αφηγητή;
3      Ποιος ο ρόλος του ονείρου και του στοιχείου της νοσταλγίας στο διήγημα;
4      Να εντοπίσετε στοιχεία ρομαντισμού στο «Όνειρο στο κύμα».
5      Ποια στοιχεία ποιμενικού ειδυλλίου εντοπίζονται στο διήγημα;

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ:
1.   Το «Όνειρο στο κύμα» είναι ένα διήγημα για το οποίο έχουν προταθεί πολλές και διαφορετικές ερμηνείες ανάλογα με την οπτική γωνία του αναγνώστη. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα διήγημα επιδεκτικό πολλών αναλύσεων, μερικές από τις οποίες είναι οι παρακάτω.
Μια πρώτη ερμηνεία που μπορεί να δοθεί είναι από ηθικοθρησκευτική σκοπιά. Η ιστορία του βοσκού και της Μοσχούλας μπορεί να ιδωθεί ως η ιστορία του Αδάμ και της Εύας, που πλησιάζουν ο ένας τον άλλον, ο πειρασμός όμως καταφέρνει να τους χωρίσει. Ενώ αρχικά ζουν στον Παράδεισο (το σκιαθίτικο φυσικό τοπίο), αφού δοκιμάζουν τον απαγορευμένο καρπό (ο βοσκός βλέπει το γυμνό σώμα της Μοσχούλας) καταδικάζονται σε μια δύσκολη, κοπιαστική και βασανιστική ζωή (η ζωή του δικηγόρου στην πόλη). Με την ερμηνεία αυτή εξηγείται η αφήγηση της ιστορίας του μοναχού Σισώη, καθώς αποδεικνύεται ότι κάθε αμαρτία τιμωρείται. Γι αυτό και ο Σισώης που μετανόησε, κατάφερε να βρει την εσωτερική του γαλήνη, ενώ ο αφηγητής που δε μετανιώνει για την εμπειρία αυτή βασανίζεται ακόμα και σε μεγάλη ηλικία.
Το διήγημα, επίσης, προβάλλει την αντίθεση του ποιμενικού κόσμου, που ταυτίζεται με την ξένοιαστη ζωή στην ύπαιθρο, με τον πολιτισμένο κόσμο, που ταυτίζεται με τον περιορισμένο αστικό τρόπο ζωής. Η φυσική ζωή αντιπροσωπεύει την ευτυχισμένη εφηβική ηλικία του αφηγητή, ενώ η ζωή στην πόλη την ώριμη ηλικία του αφηγητή. Στην ύπαιθρο η ζωή είναι όμορφη και οι άνθρωποι ελεύθεροι, ενώ στην πόλη, η ζωή είναι γεμάτη περιορισμούς. Εξάλλου, σύμφωνα με το Δ. Τζιόβα, «μια δεύτερη ερμηνεία που συνδέεται στενά με την προηγούμενη είναι να ιδωθεί το διήγημα ως μια εκδήλωση της αντίθεσης φύσης και πολιτισμού. Η φύση αντιπροσωπεύει την εφηβική ηλικία του αφηγητή, όταν είναι ωραίος και ευτυχισμένος έφηβος αλλά και «φυσικός άνθρωπος», ενώ ο πολιτισμός ταυτίζεται με την ώριμη ηλικία, όταν εργάζεται στο γραφείο ενός δικηγόρου και αισθάνεται δέσμιος και καταπιεσμένος».
Σχετική με τις παραπάνω ερμηνείες είναι και εκείνη, σύμφωνα με την οποία το διήγημα παρουσιάζει την τάση φυγής του ανθρώπου στη φύση. Η αναπόληση του παρελθόντος και της ζωής στη φύση βοηθά τον αφηγητή να ξεχνά τη δυσάρεστη ζωή του στην πόλη. Ακόμα και η καταληκτική ευχή του αφηγητή «ας ήμην ... όρη» δείχνει την ανάγκη του ανθρώπου να καταφύγει στη φύση για να ξαναβρεί τη χαμένη του ευτυχία.
Σύμφωνα με το Δ. Τζιόβα «μια ερμηνεία είναι η αισθητική προσέγγιση που βλέπει στο διήγημα μια αμφιταλάντευση ανάμεσα στο υψηλό και το αισθησιακό, στην παραίσθηση και την υπερβατικότητα», ενώ ο ίδιος μελετητής προτείνει στον αναγνώστη να δει στην ιστορία αυτή «την αντιπαράθεση της ευτυχισμένης εφηβείας στη φθορά της ωριμότητας». Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, το πέρασμα από την εφηβεία στην ωριμότητα σηματοδοτείται από το πέρασμα από την ευτυχισμένη ζωή στην ύπαιθρο στην οδυνηρή πραγματικότητα της πόλης. Επομένως, η πόλη συνδέεται με την απώλεια της αγνότητας και την είσοδο στην ώριμη ηλικία.
Εξίσου σημαντική είναι και η ψυχαναλυτική ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία το διήγημα παρουσιάζει το τραύμα που δημιουργείται στον ψυχισμό του εφήβου από τον πρώτο έρωτα που μένει ανολοκλήρωτος. Αυτός ο έρωτας σημαδεύει τον έφηβο για ολόκληρη τη ζωή του, αφού η καταστολή της ερωτικής επιθυμίας στιγματίζει τη μετέπειτα ζωή του και τη σχέση του με τις γυναίκες.
Μια τελευταία, αλλά περιορισμένη, ερμηνεία βασίζεται στην ερωτική διάσταση της θάλασσας. Σύμφωνα μ' αυτήν την ερμηνεία η θάλασσα λειτουργεί ως το πλαίσιο στο οποίο βιώνει ο έφηβος, έστω και για λίγο, την ένωση με τη γυναίκα των ονείρων του και νιώθει συναισθήματα μοναδικά.
2.    Στο «Όνειρο στο κύμα» η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο, καθώς ο αφηγητής όχι μόνο συμμετέχει στη δράση, αλλά και ταυτίζεται με το βασικό ήρωα. Επομένως, ο αφηγητής είναι ταυτόχρονα και πρωταγωνιστής, ενώ η αφήγηση είναι ομοδιηγητική - αυτοδιηγητική και ο αφηγητής ομοδιηγητικος - αυτοδιηγητικός. Με κριτήριο την εστίαση, το διήγημα αποτελεί αφήγηση που γίνεται με εσωτερική εστίαση.
Στο τέλος του διηγήματος, όμως, ο συγγραφέας κλείνει το κείμενο σε εισαγωγικά και δηλώνει ρητά και ενυπόγραφα ότι η αφήγηση δεν γίνεται από τον ίδιο αλλά από έναν άλλο αφηγητή. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθεί να κρύψει το πρόσωπό του πίσω από κάποιο πλαστό, φανταστικό πρόσωπο που στην αφηγηματολογία ονομάζεται προσωπείο ή περσόνα, για να αφηγηθεί μια ιστορία δική του (πλαστοπροσωπία). Επομένως, στην πραγματικότητα μάλλον συγγραφέας και αφηγητής ταυτίζονται, χωρίς αυτό απαραίτητα να σημαίνει ότι τα γεγονότα παρατίθενται ακριβώς όπως συνέβησαν στην πραγματικότητα.
Στην ταύτιση συγγραφέα - αφηγητή οδηγούν τον αναγνώστη τα εξής στοιχεία. Αρχικά, ο εκκλησιαστικός χαρακτήρας της ανατροφής του αφηγητή παραπέμπει στη βαθιά πίστη του ίδιου του συγγραφέα, καθώς και τις αρχές και αξίες με τις οποίες είχε ανατραφεί στο οικογενειακό του περιβάλλον. Ενισχυτικό στοιχείο της ταύτισης συγγραφέα - αφηγητή αποτελεί η αναφορά σε τοπωνύμια της Σκιάθου, καθώς και οι λεπτομερείς περιγραφές του σκιαθίτικου τοπίου από τον αφηγητή, καθώς γνωρίζουμε ότι ο ίδιος ο συγγραφέας και σε άλλα διηγήματα περιγράφει λεπτομερώς και με μεγάλη αγάπη το νησί του. Εξάλλου, το γεγονός ότι ο συγγραφέας μισούσε τη ζωή στην πόλη συνδυάζεται με την απέχθεια του αφηγητή για τη ζωή στην Αθήνα.
Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει το συμπέρασμα ότι υπάρχει ταύτιση του αφηγητή με το συγγραφέα, ενώ μέσω του τεχνάσματος της πλαστοπροσωπίας ενισχύεται και η πειστικότητα του πρώτου.
3.    Από τον τίτλο του διηγήματος («Όνειρο στο κύμα») αλλά και το κεντρικό γεγονός της αφήγησης φαίνεται η σημασία του στοιχείου του ονείρου στην αφήγηση. Το ίδιο το θέμα του διηγήματος, εξάλλου, είναι η περιγραφή της ονειρικής εικόνας ενός κοριτσιού το οποίο λούζεται στη θάλασσα κάτω από το φως της σελήνης. Μάλιστα, ο Παπαδιαμάντης σε πολλά σημεία του διηγήματος με αφορμή στοιχεία της πραγματικότητας, ξεφεύγει σε χώρους ιδανικούς και δίνει στην αφήγηση τη διάσταση του ονείρου. Η μορφή της Μοσχούλας είναι ονειρική και παραπέμπει σε μορφές θεϊκές ή μορφές της μυθολογίας.
Συγκεκριμένα σημεία του διηγήματος, στα οποία είναι εμφανής η λειτουργία του ονειρικού στοιχείου, εντοπίζει κανείς στην περιγραφή της θάλασσας, όπου κολυμπούν ο βοσκός και η Μοσχούλα, στην περιγραφή του ηλιοβασιλέματος και του θαλάσσιου άντρου με την αναφορά στις Νεράιδες, στα ερωτικά συναισθήματα που ένιωθε ο βοσκός κατά τη διάρκεια του μπάνιου του στη θάλασσα, σε όλη την ενότητα στην οποία περιγράφεται το μπάνιο της Μοσχούλας, αλλά ακόμα και κατά τις κρίσιμες στιγμές της διάσωσης της κόρης και όταν ο αφηγητής βρίσκεται πια στην ώριμη ηλικία. Σε όλα, μάλιστα, τα παραπάνω σημεία αναφέρεται η λέξη όνειρον ή κάποια παράγωγή της.
Το ονειρικό στοιχείο του διηγήματος διαπλέκεται με την πραγματικότητα. Εξάλλου, καθώς ο αφηγητής παρακολουθεί τη Μοσχούλα παραπαίει ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα και δε γνωρίζει και ο ίδιος αν το θέαμα που βλέπει είναι ονειρικό ή πραγματικό. Η μετάβαση σε και η έξοδος από τον κόσμο του ονείρου γίνεται με ήχο (πλατάγισμα και βέλασμα αντίστοιχα) που σηματοδοτεί την αρχή και το τέλος της ερωτικής περιγραφής.
Όσον αφορά το στοιχείο της νοσταλγίας, αξίζει κανείς να τονίσει ότι στο διήγημα προβάλλεται η νοσταλγία για τον κόσμο της χαμένης ευτυχίας. Στην τελευταία, μάλιστα, φράση του κειμένου (Ω! ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη!...) παρουσιάζεται η νοσταλγία για κάτι που είναι οριστικά ματαιωμένο και λειτουργεί μόνο στο επίπεδο της ουτοπίας. Γι' αυτό, το Όνειρο στο κύμα εκφράζει τον ενδόμυχο πόθο του ανθρώπου - αφηγητή να υπερβεί το ασφυκτικό παρόν και να καταφύγει στη φυσική ζωή, την εφηβική ηλικία της αγνότητας και της αθωότητας.
Αυτή η έντονη νοσταλγία εμποδίζει τον αφηγητή να συμφιλιωθεί με το παρόν, να αποδεχτεί τις συνθήκες της παρούσας ζωής του και τον αναγκάζει να επιθυμεί πάντα την επιστροφή σε ένα οριστικά χαμένο παρελθόν, σε έναν ουτοπικό κόσμο που χαρακτηρίζεται από τη φυσική ζωή του χωριού και ταυτόχρονα από την αναβίωση των εμπειριών της για πάντα πια περασμένης νεανικής ηλικίας.
4.    Διαβάζοντας κανείς το διήγημα «Όνειρο στο κύμα» διακρίνει ότι αυτό έχει κατάλοιπα από το ρομαντικό ξεκίνημα του συγγραφέα. Εξάλλου, τα πρώτα έργα   του   Παπαδιαμάντη   ήταν   μυθιστορήματα   με   πληθώρα   ρομαντικών στοιχείων. Στο «Όνειρο στο κύμα» ρομαντικές επιδράσεις εντοπίζονται στο υποβλητικό σκηνικό στο οποίο διαδραματίζεται το κύριο επεισόδιο. Η νύχτα και το ημίφως της σελήνης δημιουργούν υποβλητικό τοπίο, ο φλοίσβος του κύματος και η περιγραφή του ήλιου με την ουρά της λαμπράς αλουργίδος, αλλά και γενικότερα η εμμονή του συγγραφέα στην περιγραφή των φυσικών τοπίων και της ομορφιάς της φύσης αποδεικνύουν τα φανερώματα του ρομαντισμού στο έργο του Παπαδιαμάντη. Χαρακτηριστικό, επίσης, που ταιριάζει στο ρομαντισμό αποτελεί και η περιγραφή του ανέφικτου έρωτα, του ανολοκλήρωτου έρωτα του βοσκού με τη Μοσχούλα που μένει σε πνευματικό μόνο επίπεδο και δεν οδηγεί σε σαρκική ένωση. Εξάλλου, κατάλοιπο ρομαντισμού αποτελεί και η αναφορά σε πλάσματα της φαντασίας και της μυθολογίας, όπως οι Νεράιδες, αλλά και ο βαθύτατα λυρικός τρόπος γραφής με ποιητικά στοιχεία. Αξίζει, ακόμα, να αναφερθεί και η   εμμονή  στο  εγώ του  αφηγητή, η  αφήγηση  δηλαδή  των γεγονότων από την οπτική του γωνία και η αναφορά των πιο προσωπικών του σκέψεων και διλημμάτων.
5.    Το  διήγημα  περιέχει  πολλά  από  τα  στοιχεία  των   έργων  της  ποιμενικής λογοτεχνίας, αντλεί δηλαδή τα θέματά του από τη ζωή των βοσκών στο ειδυλλιακό περιβάλλον της φύσης, του βουνού και του κάμπου.
Η παραπάνω άποψη επιβεβαιώνεται εύκολα από στοιχεία που εντοπίζονται σε όλη την έκταση του διηγήματος, όπως είναι το ότι τα γεγονότα εκτυλίσσονται σε ειδυλλιακό τοπίο, ενώ ο πρωταγωνιστής είναι βοσκός που λατρεύει τη φύση και θέλει να μείνει μακριά από τον πολιτισμό. Επίσης, υπάρχει έντονη ερωτική συγκίνηση, η οποία βιώνεται σε ένα εξίσου έντονα ερωτικό περιβάλλον το οποίο είναι ειδυλλιακό. Σε αυτό το εξιδανικευμένο περιβάλλον ο αφηγητής θα βιώσει τον ερωτικό πειρασμό, αλλά τελικά ο έρωτας θα παραμείνει ανολοκλήρωτος και αγνός.
Επίσης, μπορεί κανείς να εντοπίσει και ειδικότερα σημεία στα οποία γίνεται αναφορά σε χαρακτηριστικά που θα ταίριαζαν σε ποιμενικό ειδύλλιο. Μερικά από αυτά είναι η αναφορά στο «Άσμα Ασμάτων» με τις ποιμενικές του αναφορές, η παρομοίωση της Μοσχούλας με κατσίκα, το παίξιμο της φλογέρας, τα δώρα που στέλνει η κοπέλα ως δώρο στο βοσκό, η αναφορά στους επικίνδυνους αετούς και άλλα πολλά.
Από τα παραπάνω καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι δίκαια η γραφή του Παπαδιαμάντη θεωρείται καθαρά και αυθεντικά ελληνική και ότι ο ίδιος έχει καταξιωθεί ως ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ηθογραφικού διηγήματος, είδους που αναφέρεται σαφώς στην ελληνική ύπαιθρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου