Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2011

Το αμάρτημα της μητρός μου Δειγματικές ερωτήσεις


Γεώργιος Βιζυηνός «Το αμάρτημα της μητρός μου»

1. Στο αφηγηματικό έργο του Γ. Βιζυηνού είναι έντονη η επίδραση τόσο της γενέθλιας θρακικής υπαίθρου όσο και της φαναριώτικης και ευρωπαϊκής παιδείας του. Μπορεί να επιβεβαιωθεί αυτό το δεδομένο μέσα από το συγκεκριμένο διήγημα;
     Το αφηγηματικό έργο του Γεώργιου Βιζυηνού αποτελεί το ευτυχές αποτέλεσμα ενός συγκερασμού διαφορετικών και συχνά αντίθετων μεταξύ τους στοιχείων, τα οποία υπό τον έλεγχο της συγγραφικής του ιδιοφυΐας κατέληξαν σ’ένα συναρπαστικό αποτέλεσμα. Τόσο η ζωή του στην επαρχιακή Θράκη όσο και οι σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη, την Αθήνα και τη Γερμανία, πλούτισαν με σημαντικές εμπειρίες και διεύρυναν την οπτική του Βιζυηνού, ο οποίος στο έργο του καταγράφει τις εμπειρίες των παιδικών του χρόνων, ελέγχοντάς τες όμως υπό το πρίσμα της επιστημονικής του κατάρτισης στην ψυχολογία και τη φιλοσοφία. Το αμάρτημα της μητρός μου περιέχει τόσο σε γλωσσικό όσο και σε νοηματικό επίπεδο όλες τις διαστρωματώσεις της πνευματικής υπόστασης του συγγραφέα.
   Αρχίζοντας από την επίδραση της ζωής του στη Βιζύη, μπορούμε να διακρίνουμε στο συγκεκριμένο διήγημα τη χρήση της απλής δημοτικής γλώσσας στα διαλογικά μέρη, την οποία μάλιστα ο συγγραφέας εμπλουτίζει με στοιχεία του βορειοελλαδίτικου ιδιώματος, μεταφέροντας έτσι τη γνήσια γλωσσική αίσθηση της γενέτειράς του. Η γλώσσα άλλωστε του διηγήματος γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα λόγω της διάθεσης του συγγραφέα να συνδυάσει την καθαρότητα της δημοτικής γλώσσας με την απλότητα των ηρώων του που κινούνται πάντοτε γύρω από βασικές καθημερινές θεματικές. Οι διάλογοι μεταξύ των κατοίκων του χωριού μπορεί να στερούνται βάθους, διαθέτουν όμως τη γνησιότητα εκείνη που διαπνέει το λόγο του ανθρώπου που δε διστάζει να πει τα πράγματα ως έχουν, επιτρέποντας στο Βιζυηνό να ενισχύσει τη χιουμοριστική πλευρά μιας ολωσδιόλου δύσκολης περιόδου της ζωής του. “Είμαι γέρος μωρή, είμαι γέρος, και αν δεν το «τσούξω» κομμάτι, δεν βλέπουν καλά τα μάτια μου.”
    Στο “Αμάρτημα της μητρός μου” δεν ακούμε απλώς τη γλώσσα των κατοίκων της Βιζύης, μαθαίνουμε παράλληλα τις αντιλήψεις που διέπουν την καθημερινότητά τους και  αντικρίζουμε τον κόσμο μέσα από τη δική τους απλοϊκή αλλά στέρεη οπτική που έχει παραμείνει εκατοντάδες χρόνια απαράλλαχτη. Οι κάτοικοι του χωριού κινούνται με βάση όσα έχουν μάθει από τους προγόνους τους οι οποίοι με τη σειρά τους τα έμαθαν από τους δικούς τους προγόνους κι έτσι βλέπουμε στον τρόπο που αντιμετωπίζουν τον κόσμο να αναβιώνουν τρόποι και σκέψεις ενός ουσιαστικά πολύ απομακρυσμένου παρελθόντος. “Όλος ο κόσμος έλεγεν ότι είχεν «εξωτικόν».” Η ασθένεια που αντιστέκεται στα πρόχειρα γιατρικά τους δεν μπορεί παρά να είναι κάποιο δαιμόνιο που έχει καταλάβει τον ασθενή.
    Επιπλέον, μέσα στο διήγημα αυτό αναβιώνουν μια σειρά εθίμων τα οποία είτε αφορούν τον τρόπο που είχαν οι κάτοικοι του χωριού να γιορτάζουν τις χαρές τους, όπως το γάμο, ή να εκφράζουν τη λύπη του, όπως το πένθος, είτε λειτουργούσαν ως συμπληρωματικό μέσο εκεί που απουσίαζε το νομικό πλαίσιο, όπως για παράδειγμα η διαδικασία της υιοθεσίας. Η θρησκευτική διάσταση των εθίμων συνδυάζεται με την κυριαρχία λαϊκών αντιλήψεων που σχετίζονται με τις απόψεις των ανθρώπων για το τι είναι σωστό και τι οφείλουν να πράττουν σε κάθε περίσταση.
    Πέραν όμως από τη διάθεση του συγγραφέα να τιμήσει τον τόπο καταγωγής του παρουσιάζοντας στο αναγνωστικό κοινό τους τρόπους και τη ντοπιολαλιά της γενέτειράς του, ο Βιζυηνός έχει δεχτεί και την ιδιαίτερη επίδραση των σπουδών αλλά και της παραμονής του σε σημαντικά αστικά κέντρα. Η παραμονή του στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, θα φέρει το Βιζυηνό σ’ επαφή με τον κόσμο του Φαναριού και παράλληλα θα ενισχύσει την επαφή του με τη θρησκεία, η οποία είχε ήδη ξεκινήσει από την παραμονή του στην Κύπρο υπό την προστασία του εκεί Αρχιεπισκόπου. Η επίδραση που του ασκεί η Κωνσταντινούπολη και η Φαναριώτικη παιδεία είναι εμφανής στην επιλογή της βασικής αφηγηματικής του γλώσσας, την καθαρεύουσα. Ο Βιζυηνός θα εντάξει βέβαια στα διαλογικά μέρη του κειμένου τη δημοτική, αλλά θα παραμείνει πιστός στην καθιερωμένη γλώσσα της αφήγησης, φροντίζοντας πάντως να αποφύγει τους αρχαϊσμούς που δημιουργούν ψυχρότητα και δίνοντάς μας μια πιο προσιτή μορφή της καθαρεύουσας. Επιπλέον, η επίδραση του Φαναριού γίνεται αισθητή στην έντονη παρουσία του θρησκευτικού στοιχείου στο έργο του, η οποία άλλωστε είναι συνεπής και με την αδιάσπαστη επαφή του λαϊκού αισθήματος με το χριστιανισμό.
   Σημαντική, επίσης, είναι η συγκράτηση που διακρίνουμε στην εξέλιξη της αφήγησης του Βιζυηνού, ο οποίος παρά το γεγονός ότι αφηγείται επίπονες εμπειρίες από το παρελθόν του δεν καταφεύγει ποτέ σε έντονα συναισθηματικά ξεσπάσματα και φροντίζει να διατηρεί τους ήρωές του σ’ ένα μετρημένο πλαίσιο συμπεριφοράς. Ο Βιζυηνός έχει επηρεαστεί εδώ σε μεγάλο βαθμό από το λόγιο περιβάλλον του Φαναριού, όπου οι ακρότητες και οι συναισθηματικές εντάσεις δεν είχαν λόγο ύπαρξης και φροντίζει να αποδώσει την ιστορία του διατηρώντας, όπου είναι απαραίτητο, την αποστασιοποίηση που θα του επιτρέψει να ξεφύγει από περιττούς μελοδραματισμούς που δεν έχουν, άλλωστε, τίποτε να προσφέρουν στην αφήγησή του.
     Τα στοιχεία που συνθέτουν την ιδιαίτερη προσωπικότητα του συγγραφέα δεν περιορίζονται στην επαφή του με τον απλό κόσμο της επαρχίας και το λόγιο θρησκευτικό κόσμο της Κωνσταντινούπολης, ο Βιζυηνός πέρασε αρκετά χρόνια εντρυφώντας στην επιστήμη της ψυχολογίας και αυτό γίνεται έντονα αισθητό σε όλο του το αφηγηματικό έργο. Ειδικότερα στο αμάρτημα της μητρός μου μπορούμε να διακρίνουμε την φροντίδα του συγγραφέα να αποδώσει τις λεπτές συναισθηματικές διακυμάνσεις των ηρώων του, την καταγραφή των κινήτρων τους και τις συναισθηματικές τους ανάγκες που κάποτε μένουν χωρίς ανταπόκριση. Ο Βιζυηνός δεν μένει στην επιφάνεια των γεγονότων αλλά επιχειρεί να ερμηνεύσει τους λόγους που ωθούν τα πρόσωπα της ιστορίας τους σε διάφορες πράξεις αλλά και τον αντίκτυπο που έχουν ορισμένα γεγονότα στην ψυχολογία και τη συμπεριφορά τους. Άλλωστε, όλο αυτό το διήγημα θα ήταν πολύ διαφορετικά δοσμένο αν ο συγγραφέας δεν είχε κατανοήσει την επίδραση που είχε στον ίδιο αλλά και στα αδέρφια του η ιδιαίτερη αφοσίωση της μητέρας του στα κορίτσια που πέρασαν από την οικογένειά τους. Ο συγγραφέας κατανοεί την αξία των πρώιμων εμπειριών και την επίδραση που ενδέχεται να έχουν οι συναισθηματικές αυτές εμπειρίες στη μετέπειτα εξέλιξη μιας προσωπικότητας γι’ αυτό κι επιστρέφει στο παρελθόν και εξετάζει τις επιπτώσεις του μητρικού αμαρτήματος στη δόμηση της δικής του ψυχοσύνθεσης. Η στέρηση της μητρικής αγάπης που τότε έμοιαζε ακατανόητη και προκάλεσε πόνο στο συγγραφέα ελέγχεται τώρα, δικαιολογείται και οδηγείται σε μια λυτρωτική κάθαρση, τουλάχιστον για το συγγραφέα.
     Σημαντική τέλος, είναι η ενασχόληση του Βιζυηνού με τις ευρωπαϊκές μπαλάντες (ballare ιταλικό ρήμα που σημαίνει χορεύω, το οποίο προέρχεται από το αρχαιοελληνικό βαλλίζω, εκ του οποίου οι Έλληνες ονόμαζαν τις μπαλάντες βαλλίσματα). Οι μπαλάντες αποτελούν αφηγηματικά ποιήματα στα οποία παρουσιάζονται δραματικές ιστορίες με τραγικό χαρακτήρα και έντονες συγκρούσεις. Ο Βιζυηνός εμπνέεται από την ένταση που κυριαρχεί στις μπαλάντες και από τις τραγικές εναλλαγές στη μοίρα των ηρώων και αναζητά να αναδείξει αντίστοιχα στοιχεία στις δικές του ιστορίες. Η τραγικότητα της μητέρας, ο συγκλονισμός που της προκαλείται από το πλάκωμα του παιδιού της, οι συγκρούσεις με το συγγραφέα – παιδί, η ανατροπή της τελικής εξομολόγησης, είναι στοιχεία που τονίζουν τη δραματικότητα του αφηγήματος αυτού και δείχνουν την άμεση σχέση της αφήγησης του Βιζυηνού με τις μπαλάντες.
2. Ο Γ. Βιζυηνός έχει χαρακτηρισθεί «ψυχογραφικός και δραματικός πεζογράφος». Ενισχύει αυτήν την άποψη το εξεταζόμενο διήγημα; Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας.
   Ο Γεώργιος Βιζυηνός χαρακτηρίζεται ψυχογραφικός πεζογράφος υπό την έννοια ότι παρακολουθεί με ιδιαίτερη προσοχή τις εναλλαγές της συναισθηματικής κατάστασης των ηρώων του και διαγράφει με λεπτομέρεια τη διαμόρφωση της ψυχολογίας τους. Ο Βιζυηνός είχε πολύχρονες σπουδές στην ψυχολογία κι αυτό του επιτρέπει να αναγνωρίζει τα γεγονότα που επηρεάζουν καταλυτικά τη συμπεριφορά και τον τρόπο σκέψης των προσώπων. Κατανοεί τη σημασία που έχουν στο χτίσιμο της προσωπικότητας του ατόμου οι εμπειρίες της παιδικής ηλικίας και δε διστάζει, σ’ ένα διήγημα που αναφέρεται στην προσωπική του ζωή, να αποκαλύψει όλα όσα τον επηρέασαν και διαμόρφωσαν τόσο την προσωπικότητά του όσο και τη σχέση του με τη μητέρα του. Στο αμάρτημα της μητρός μου τα πρόσωπα που κυρίως ενδιαφέρουν το συγγραφέα είναι η μητέρα του, με την ενοχική της σχέση απέναντι στα κορίτσια, και ο ίδιος του ο εαυτός που βίωσε την έλλειψη της μητρικής φροντίδας και προσοχής και για χρόνια ένιωθε πως όσο ήταν παιδί η μητέρα του τον είχε θέσει σε δεύτερη μοίρα.
    Ο Βιζυηνός δεν καταφεύγει σε μια επιφανειακή προσέγγιση των γεγονότων που αφηγείται, γνωρίζει πολύ καλά πού θα πρέπει να εστιάσει την προσοχή του και ποια από τα πεπραγμένα των ηρώων του έχουν ουσιαστική σημασία, τόσο για την εξέλιξη της ιστορίας όσο και για τη διαμόρφωση της δυναμικής που αναπτύσσεται μεταξύ των μελών της οικογένειάς του. Η ψυχογραφική του ικανότητα γίνεται εμφανής από την αρχή κιόλας του διηγήματος καθώς φροντίζει να στρέψει άμεσα την προσοχή του στον αντίκτυπο που έχουν στα αγόρια οι διακρίσεις που γίνονται από τη μητέρα εις βάρος τους και η αδιάκοπη μέριμνά της για την Αννιώ. «ξαιρέσεις τοιαται πρεπε, φυσικ τ λόγ, νά γεννήσουν ζηλοτυπίας βλαβεράς μεταξύ παιδίων...». Ο νεαρός αφηγητής σπεύδει να μας διαβεβαιώσει ότι όλα τα αγόρια της οικογένειας έδειχναν μεγάλη κατανόηση για τις ξεχωριστές φροντίδες που δεχόταν η αδερφή τους, μα η αλήθεια ήταν διαφορετική, όπως θα μας αποκαλύψει η μητέρα όταν η ιστορία θα δοθεί από τη δική της οπτική γωνία: «Καί εχαμε πιά τήν ννιώ σάν τά μάτια μας. Καί ζούλευες σύ, καί γινες το θανατ από τή ζούλια σου.» Παρά τη φιλάσθενη φύση του μικρού κοριτσιού η αδυναμία που της είχε η μητέρα προκαλούσε έντονα αισθήματα ζήλιας στο Γιωργή και όσο η ασθένεια προχωρούσε τόσο η κατάσταση γινόταν βαρύτερη για την ψυχολογία του μικρού αφηγητή. Όταν μάλιστα η μητέρα του προσευχόμενη στο Θεό εμφανίζεται πρόθυμη να θυσιάσει το Γιωργή για να σωθεί το κορίτσι της, τότε ο ψυχολογικός τραυματισμός του αφηγητή είναι βαρύτατος: «ταν κουσα τάς λέξεις ταύτας, παγερά φρικίασις διέτρεξε τά νερά μου και ρχισαν τά ατία μου νά βοΐζουν.»
  Ο συγγραφέας παρακολουθεί με προσοχή κάθε περιστατικό και κάθε λέξη που σημαδεύει την παιδική του ψυχή, δίνοντάς μας μια πλήρη εικόνα των τραυματικών αυτών εμπειριών. Με την ίδια προσοχή, όμως, θα προχωρήσει και στην αιτιολόγηση της συμπεριφοράς της μητέρας του, φροντίζοντας να μας εξηγήσει το μέγεθος του πόνου και των ενοχών που κατατρύχουν την ψυχή της και την οδηγούν σε μια αδιάκοπη προσπάθεια εξιλέωσης. Η μητέρα θα έχει την ευκαιρία να αποκαλύψει το μυστικό της, να εξηγήσει τη στάση της και η ιστορία θα φωτιστεί με τόση πληρότητα ώστε στο τέλος ο αναγνώστης θα κατανοήσει και θα αποδεχτεί την ενοχική της συμπεριφορά.
   Ο Βιζυηνός είναι χωρίς αμφιβολία ένας ψυχογραφικός πεζογράφος, καθώς δεν μας αφηγείται απλώς μια ιστορία, φροντίζει να μας δώσει με λεπτομέρεια τα κίνητρα δράσης των προσώπων του κι επεκτείνει την κάλυψη της ιστορίας του ως τον αντίκτυπο που έχει η κάθε δράση στους άμεσα ενδιαφερόμενους. Στα πλαίσια του διηγήματος, πάντως, ο Βιζυηνός κατορθώνει όχι μόνο να φωτίσει την ψυχολογία των ηρώων του, αλλά και να κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέσω της συνεχούς δράσης. Ο Βιζυηνός δεν είναι μόνο ψυχογραφικός πεζογράφος είναι και δραματικός, καθώς επιτυγχάνει να δημιουργεί συγκινησιακές καταστάσεις που αγγίζουν τον αναγνώστη και τον παρασύρουν στον κόσμο των ηρώων του.
    Η δραματική διάσταση της γραφής του Βιζυηνού γίνεται αντιληπτή από τον τρόπο που ο συγγραφέας χειρίζεται το αφηγηματικό του υλικό. Η κλιμάκωση στην παρουσίαση των γεγονότων συντείνει στη διατήρηση της αγωνίας και παράλληλα φορτίζει συναισθηματικά τον αναγνώστη, ο οποίος συμπάσχει με τους ήρωες της ιστορίας. Η ασθένεια της Αννιώς που κυριαρχεί στο πρώτο μέρος του διηγήματος δίνεται με μια διαρκή επιδείνωση, «ν τούτοις σθένεια τς ννις λονέν δεινοτο...», που οδηγεί σταδιακά αλλά αναπότρεπτα στο θάνατό της. Παρακολουθούμε τις μάταιες προσπάθειες της μητέρας να σώσει τη μονάκριβη κόρη της και ζούμε τον τραυματισμό του μικρού αφηγητή που βιώνει τη στέρηση της μητρικής αγάπης. Ο συγγραφέας όμως δε σταματά στην πρώτη αυτή κορύφωση του δράματος, περνά τα στενά όρια του διηγήματος και δεν περιορίζεται στο ένα επεισόδιο. Έχοντας ήδη από τον τίτλο θέσει ένα αίνιγμα για τους αναγνώστες προχωρά στη λύση του με μια δραματική αποκάλυψη από τη μητέρα, η οποία μας αποκαλύπτει το αμάρτημά της και τις ενοχές της που την οδήγησαν σε ακραίες συμπεριφορές.
    Ο Βιζυηνός είναι δραματικός πεζογράφος καθώς κατορθώνει να οδηγεί αλλεπάλληλα τον αναγνώστη στη συγκίνηση μέσα από το ξεδίπλωμα της δράσης και τις πολλαπλές κορυφώσεις της ιστορίας. Η ασθένεια και ο θάνατος της Αννιώς, ο πόνος του αφηγητή όταν ακούει την προσευχή της μητέρας του, οι υιοθεσίες των κοριτσιών, η ιστορία της μητέρας με την κορύφωση της αποκάλυψης του αμαρτήματός της και τέλος η επίσκεψη στον Πατριάρχη, αποτελούν τα επεισόδια μιας πολύπτυχης ιστορίας, την οποία ο αφηγητής φροντίζει να τι φωτίσει απ’ όλες τις οπτικές γωνίες, ώστε ο αναγνώστης να κατανοήσει σε βάθος τα κίνητρα των προσώπων. Ο Βιζυηνός γνωρίζει όχι μόνο πως να διατηρήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη αλλά και πως να τον συγκινήσει μέσα από την αλήθεια των ηρώων του. Η ανθρώπινη φύση με τις ατέλειές της, αλλά και με την αδιάκοπη ανάγκη της για συναισθηματική πληρότητα έρχονται στο προσκήνιο αυτής της ιστορίας, που εστιάζει περισσότερο στη συναισθηματική πλευρά των προσώπων κι εμβαθύνει στα τρωτά σημεία της ψυχολογίας του.
3. Όπως επισημαίνουν οι μελετητές του είδους, κυρίαρχο δομικό στοιχείο του διηγήματος είναι η αφηγηματική έκθεση ενός γεγονότος με συντομία και λιτότητα, ώστε να μεταδοθεί αμέσως μια εντύπωση. Επιβεβαιώνεται πλήρως αυτή η αρχή στο διήγημά μας; Να δικαιολογήσετε την απάντησή σας.

   Τα διηγήματα λόγω της σύντομης έκτασής τους επικεντρώνονται συνήθως σ’ έναν ήρωα και πολύ περισσότερο σ’ ένα καίριο περιστατικό της ζωής του ήρωα, το οποίο τον επηρέασε σε μεγάλο βαθμό. Στα στενά πλαίσια του διηγήματος δεν υπάρχουν περιθώρια για εκτενείς αναλύσεις της προσωπικότητας του ήρωα, της ζωής του καθώς και η αναλυτική παρουσίαση άλλων προσώπων. Το διήγημα εστιάζει στο ένα σημαντικό γεγονός το οποίο δίνεται με λιτό τρόπο και αποβλέπει στη δημιουργία μια ιδιαίτερης εντύπωσης στον αναγνώστη. Σε αντίθεση όμως με τη γενική αυτή τάση που επικρατεί στα διηγήματα ο Βιζυηνός συνθέτει τις δικές του ιστορίες με πρότυπο του την πληρότητα των μυθιστορημάτων. Στο αμάρτημα της μητρός μου, ο Βιζυηνός δεν περιορίζεται στην απόδοση ενός κεντρικού επεισοδίου, αλλά ούτε και στην κυρίαρχη παρουσία ενός μόνο ήρωα. Το διήγημα μας δίνει βασικά σημεία της ιστορίας του αφηγητή από την παιδική έως την ενήλική ζωή του, παρουσιάζοντας παράλληλα την ιστορία της μητέρας του από τις απέλπιδες προσπάθειές της να σώσει την κόρη της την Αννιώ μέχρι την εξομολόγησή της στον Πατριάρχη. Ο αφηγητής και η μητέρα του αποτελούν τα κεντρικά πρόσωπα του διηγήματος καθώς η διαμόρφωση της προσωπικότητας του πρώτου και η πορεία της ζωής του διαμορφώνεται υπό την ισχυρή επίδραση της μητέρας του και της δικής της ιδιαίτερης ψυχοσύνθεσης. Η ιστορία του αφηγητή δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς το παράλληλο ξεδίπλωμα της ιστορίας της μητέρας του, ενώ ταυτόχρονα η κατανόηση της προσωπικότητας της μητέρας δεν μπορεί να φωτιστεί πλήρως, χωρίς την παρουσίαση του αντίκτυπου που είχαν στο γιο της οι πράξεις και οι παραλείψεις της. Δύο κεντρικές προσωπικότητες με έντονη αλληλεπίδραση μεταξύ τους, αποτελούν τους ήρωες του διηγήματος αυτού, καθώς ο Βιζυηνός δεν ενδιαφέρεται απλώς να περιγράψει κάποιο περιστατικό, αλλά να εμβαθύνει στις δράσεις εκείνες που διαμόρφωσαν την προσωπικότητά τους και την ιδιαίτερη ψυχολογία τους.
    Πέραν από την παρουσία δύο ηρώων στο αμάρτημα της μητρός μου, ο Βιζυηνός δεν περιορίζεται στην απόδοση ενός κεντρικού επεισοδίου, αλλά εκτείνει την αφήγησή του σε περισσότερα περιστατικά, εμπλουτίζοντας τη διήγησή του με αρκετές κορυφώσεις ώστε να διατηρεί αδιάκοπα το ενδιαφέρον του αναγνώστη και το κυριότερο ώστε να μπορέσει να φωτίσει τη ψυχολογία των ηρώων του με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο. Μπορούμε επομένως να διακρίνουμε στο διήγημα αυτό τα εξής επιμέρους επεισόδια: την ασθένεια και το θάνατο της Αννιώς, τον αντίκτυπο που έχει στο μικρό αφηγητή η προσήλωση της μητέρας στην Αννιώ, τις υιοθεσίες, την αποκάλυψη του αμαρτήματος της μητέρας, καθώς και την εξομολόγηση της μητέρας στον Πατριάρχη.
    Το αμάρτημα της μητρός μου είναι αρκετά εκτενές σε σχέση με τα περισσότερα διηγήματα και παράλληλα εξυπηρετεί ένα διαφορετικό αφηγηματικό σκοπό. Ο Βιζυηνός δεν επιδιώκει να αφήσει στον αναγνώστη μια έντονη εντύπωση χάρη στην αποτύπωση κάποιου σημαντικού γεγονότος, εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι να παρακολουθήσει την εξέλιξη των ηρώων του και να μας παρουσιάσει τα γεγονότα εκείνα που είχαν καταλυτικό ρόλο στην ψυχολογική τους διαμόρφωση. Για το λόγο αυτό ο συγγραφέας ξεπερνάει τα περιορισμένα χρονικά πλαίσια του διηγήματος και αντί να μείνει σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, κατά την οποία εξελίσσεται και το κεντρικό περιστατικό, ακολουθεί τους ήρωές του σε βάθος χρόνου, διαγράφοντας για τον καθένα κι ένα διαφορετικό σχήμα. Για τη μητέρα έχουμε: αμάρτημα – αγώνας εξιλέωσης – εξομολόγηση – διάψευση προσδοκίας και για τον αφηγητή έχουμε: στέρηση μητρικής αγάπης – ανακάλυψη του μητρικού αμαρτήματος – κατανόηση και αποδοχή.

4. Ο Παλαμάς, αναφερόμενος στα διηγήματα του Βιζυηνού, σημειώνει ότι ο συγγραφέας «ρέπει προς την μυθιστοριογραφίαν». Συζητήστε αυτό το σχόλιο σε συσχετισμό με την προηγούμενη ερώτηση.
   Η διάθεση του Βιζυηνού να παρουσιάσει με μεγαλύτερη πληρότητα την πορεία των ηρώων του, είναι το στοιχείο που οδηγεί τον Παλαμά στο συμπέρασμα ότι ο συγγραφέας ρέπει προς τη μυθιστοριογραφία, υπό την έννοια ότι σ’ ένα μυθιστόρημα παρουσιάζονται περισσότερα πρόσωπα και η ζωή των ηρώων δίνεται στην ολότητά της. Ενώ, σ’ ένα διήγημα υπό την παραδοσιακή του έννοια, η αφήγηση θα περιοριζόταν σε ένα κεντρικό περιστατικό που θα μας έδινε στοιχεία για μια συγκεκριμένη στιγμή της ζωής του ήρωα, ο Βιζυηνός προχωρά σε μια πλουσιότερη αφήγηση με την αναφορά πολλών επιμέρους περιστατικών, καθώς και την παρουσίαση περισσότερων προσώπων, από τα οποία η μητέρα και ο αφηγητής μας δίνονται με μεγάλη λεπτομέρεια. Η επιδίωξη του Βιζυηνού να φωτίσει την πορεία των ηρώων του προς την εξιλέωση και τη λύτρωση, τον ωθεί στο να εμπλουτίσει την αφήγησή του όχι μόνο με σημαντικά γεγονότα, υπό την έννοια της δράσης, αλλά και από περιστατικά μικρότερης σημασίας, τα οποία όμως έχουν ιδιαίτερη αξία για την κατανόηση των στοιχείων εκείνων που διαμόρφωσαν τη ψυχοσύνθεση των ηρώων.
      Χαρακτηριστικό παράδειγμα της προσπάθειας του συγγραφέα να δώσει μια πλήρη εικόνα της ζωής των ηρώων αποτελεί το πρώτο μέρος του διηγήματος το οποίο αναφέρεται στην αρρώστια της Αννιώς. Όσο ο αφηγητής -και μαζί του ο αναγνώστης- αγνοεί τα πραγματικά κίνητρα της μητέρας και θεωρεί ότι η αγωνιώδης προσπάθειά της να σώσει τη μονάκριβη κόρη της έχει να κάνει μόνο με την αξιαγάπητη προσωπικότητα του μικρού κοριτσιού, προχωρά σε μια λεπτομερή σκιαγράφηση του χαρακτήρα του φιλάσθενου κοριτσιού. Μέσα από σχόλια της Αννιώς, μέσα από μικρά περιστατικά όπου γίνεται εμφανής η αγάπη του παιδιού για τα αδέρφια της, ο αφηγητής – παιδί επιχειρεί να παρουσιάσει τον ιδιαίτερα καλό χαρακτήρα της. Ο αφηγητής δίνοντας τις λεπτομέρειες αυτές αισθάνεται ότι δικαιολογεί την εντελώς αψυχολόγητη συμπεριφορά της μητέρας του και όσο περισσότερο τονίζει την καλοσύνη της Αννιώς τόσο περισσότερο αποδέχεται ότι πραγματικά το μικρό κορίτσι δικαιούται κάθε δυνατή φροντίδα. Μια τέτοια προσέγγιση δε θα ήταν εφικτή σ’ ένα διήγημα, παρά μόνο αν η ασθένεια της Αννιώς αποτελούσε το κεντρικό επεισόδιο. Στο αμάρτημα της μητρός μου, όμως, η ασθένεια της Αννιώς δεν είναι παρά ένα από τα επεισόδια, το οποίο βοηθά στο να δούμε τον αντίκτυπο που είχε στον αφηγητή η προσήλωση της μητέρας στην Αννιώ και παράλληλα εξυπηρετεί τη διατήρηση του αινίγματος του τίτλου, καθώς στο πρώτο αυτό μέρος του διηγήματος ο αφηγητής βρίσκεται σε πλάνη σχετικά με τα κίνητρα της μητέρας, γι’ αυτό και αδυνατεί να κατανοήσει και να ερμηνεύσει σωστά τη συμπεριφορά της. Ο αφηγητής εστιάζει την προσοχή του στην Αννιώ, θεωρώντας ότι η Αννιώ αποτελεί την εξήγηση της συμπεριφοράς της μητέρας, αλλά η μητέρα εστιάζει την προσοχή της στο θηλυκό παιδί, λόγω του φύλου του και όχι λόγω της προσωπικότητάς του.
5. Μεταξύ των παραγόντων που συνετέλεσαν στην ανάπτυξη του διηγήματος γύρω στα 1880, αναφέρεται και η επιρροή της λαογραφίας. Τεκμηριώνεται αυτή η άποψη στο παρόν διήγημα;
    Η θεωρία του Αυστριακού μελετητή Fallmerayer που υποστήριζε ότι το ελληνικό έθνος είχε εξαφανιστεί και ότι οι σύγχρονοι Έλληνες είχαν σλαβική καταγωγή, είχε θέσει Έλληνες και φιλέλληνες επιστήμονες, ιστορικούς και μελετητές σε έντονη δραστηριότητα για να ανατρέψουν τις απόψεις του. Μία από τις προσεγγίσεις που τέθηκαν σε εφαρμογή ήταν η καταγραφή των στοιχείων εκείνων του λαϊκού πολιτισμού που αποδείκνυαν μια συνέχεια και μια σταθερότητα στον τρόπο σκέψης του ελληνικού λαού. Η ελληνική λαογραφία αναπτύχθηκε με ταχύτατους ρυθμούς και βρήκε μάλιστα στο πρόσωπο του Νικόλαου Πολίτη, καθηγητή ελληνικής αρχαιολογίας και ακούραστου μελετητή των ελληνικών παραδόσεων, το βασικό της θεμελιωτή.
     Το 1883 που ο Βιζυηνός άρχισε να δημοσιεύει το αμάρτημα της μητρός μου, το περιοδικό Εστία είχε προκηρύξει διαγωνισμό για τη συγγραφή διηγήματος με υπόθεση ελληνική, και η γενικότερη προσπάθεια στήριξης της ελληνικής ταυτότητας βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη. Ο Βιζυηνός, έχοντας περάσει από τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια της Ευρώπης και διαθέτοντας παράλληλα μεγάλη εκτίμηση για το εγχείρημα καταγραφής της ελληνικής λαϊκής παράδοσης, κατορθώνει στο έργο του όχι μόνο να αποτυπώσει άφθονα λαογραφικά στοιχεία, αλλά και να τα εντάξει με απολύτως αρμονικό τρόπο στην αφήγησή του. Ο Βιζυηνός δεν δημιουργεί τα διηγήματά του ως πρόφαση για να μπορέσει να καταγράψει στοιχεία της τοπικής λαϊκής παράδοσης, όπως συνέβη με αρκετά διηγήματα εκείνης της περιόδου, αλλά αποσκοπεί σε μια διαφορετική προσέγγιση που έχει να κάνει κυρίως με τις επίπονες διαδρομές της ανθρώπινης ψυχής, εντούτοις φροντίζει παράλληλα να τιμήσει και την ελληνική παράδοση. Το γεγονός ότι στα έργα του Βιζυηνού υπάρχει μεγάλος πλούτος λαογραφικών στοιχείων χωρίς να διακινδυνεύονται στο ελάχιστο οι προθέσεις του συγγραφέα να καταγράψει ιστορίες στις οποίες να κυριαρχεί ο άνθρωπος και η πολυπλοκότητα της ψυχολογίας του, έχει να κάνει με το εξαιρετικό συγγραφικό του ταλέντο.
    Η λαογραφία ενδιαφέρεται για την αποτύπωση κάθε στοιχείου πολιτισμού, που έχει να κάνει με τα ήθη, τα έθιμα, τις πεποιθήσεις, τις ιδιαίτερες συνήθειες κάθε τοπικής κοινωνίας και κάθε τι άλλο που προσδιορίζει την ξεχωριστή ταυτότητα ενός λαού. Η προσέγγιση του Βιζυηνού είναι να εντάξει πολλά από αυτά τα στοιχεία στην αφήγησή του, ως μνήμες από την παιδική του ηλικία. Στα πλαίσια, δηλαδή, της προσπάθειάς του να αναπαραστήσει το παρελθόν του μας προσφέρει πολλές πληροφορίες για τις συνήθειες και τις δοξασίες που υπήρχαν στον τόπο καταγωγής του. Με τον τρόπο αυτό ο συγγραφέας επιτυγχάνει να συνδυάσει άρρηκτα τις μνήμες που σχετίζονται με την εξέλιξη της ιστορίας του, με τις μνήμες που προσφέρουν λαογραφικού ενδιαφέροντος πληροφορίες.
    Στο αμάρτημα της μητρός μου αντλούμε πληροφορίες που σχετίζονται: με τη στάση που όφειλε να τηρήσει μια γυναίκα που είχε χάσει τον άντρα της «φ’ του πέθανεν πατήρ μας, δέν εχεν ξέλθει τς οκίας…», με τον εντελώς πρόχειρο τρόπο αντιμετώπισης των ασθενειών, λόγω της απουσίας εκπαιδευμένων γιατρών «Κάπου μία γραα κρύπτει βότανα θαυμασίας ατρικς δυνάμεως... χονδρός τς συνοικίας κουρεύς.... τον μόνος πίσημος ατρός ν τ περιφερεί μας.» και την επικράτηση πολλών προλήψεων και δεισιδαιμονιών σχετικά με την προέλευση των σοβαρότερων παθήσεων «... ποδίδεται ες περφυσικάς ατίας, και χαρακτηρίζεται ς “ξωτικόν”.». Μπορούμε να δούμε την ιδιαίτερη αξία που έχει η θρησκεία στη ζωή των απλών ανθρώπων με την παράλληλη όμως παρουσία παγανιστικών ή έστω μη χριστιανικών στοιχείων, όπως είναι τα χαϊμαλιά και τα σαλαβάτια. Στα πλαίσια, άλλωστε, της ασθένειας της Αννιώς ο Βιζυηνός καταγράφει πολλές παράδοξες συνήθειες και δοξασίες που κυριαρχούσαν τότε για το πώς θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν μια σοβαρή αρρώστια «Πότε πήγαινε νά δέσ μίαν λωρίδα πό τό φόρεμα τς ννις πί θαυματουργο τινος τόπου...». Αντλούμε, επίσης, πληροφορίες για το θρησκευτικό εθιμοτυπικό με αφορμή την παραμονή του αφηγητή με την Αννιώ και τη μητέρα του στην εκκλησία.
    Στο αμάρτημα της μητρός μου, βρίσκουμε ακόμη στοιχεία για τον τρόπο που τελούνταν μια υιοθεσία εκείνα τα χρόνια, τον τρόπο εορτασμού ενός γάμου αλλά και την πεποίθηση των ανθρώπων ότι μπορούν να πάρουν συγχωροχάρτι από τους Αγίους Τόπους. Το διήγημα αυτό στο σύνολό του περιέχει πολλές πληροφορίες για τον τόπο καταγωγής του Βιζυηνού καθώς ο συγγραφέας φροντίζει να μας δώσει μια αρκετά περιεκτική εικόνα του τρόπου ζωής, των πεποιθήσεων και των εθίμων της περιοχής του, ενώ παράλληλα καταγράφει και στοιχεία του γλωσσικού ιδιώματος της Θράκης, δίνοντας στο διήγημα του έναν έντονα λαογραφικό χαρακτήρα.
6. Τα διηγήματα του Βιζυηνού έχουν ανθρωποκεντρική λειτουργία. Αυτό που ενδιαφέρει τον συγγραφέα είναι να προβάλει τον άνθρωπο μέσα από τις πράξεις και τα συναισθήματά του. Επαληθεύεται αυτή η κρίση στο συγκεκριμένο διήγημα;
    Το αμάρτημα της μητρός μου κινείται γύρω από τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας του αφηγητή κι επικεντρώνεται ιδιαίτερα στη δυναμική που δημιουργείται ανάμεσα στην ενοχική μητέρα και τον αφηγητή – συγγραφέα. Ο Βιζυηνός ενδιαφέρεται κυρίως να εντοπίσει και να αναδείξει τις συμπεριφορές εκείνες της μητέρας του που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ψυχολογίας του. Η μητέρα που παραμελεί τα υπόλοιπα παιδιά της και αφοσιώνεται αποκλειστικά στη φροντίδα του άρρωστου παιδιού της, η μητέρα που στη συνέχεια επιλέγει να εντάξει στην οικογένειά της δύο ξένα παιδιά, φροντίζοντας περισσότερο εκείνα απ’ ό,τι τα δικά της, αποτελεί ένα γρίφο που πληγώνει τους άμεσα ενδιαφερόμενους και λειτουργεί αρνητικά για την εικόνα της μητέρας. Ο συγγραφέας ξεκινά το διήγημά του παρουσιάζοντάς μας τη στάση και τα συναισθήματά του όσο ακόμη αγνοούσε τη λύση του γρίφου και ολοκληρώνει την ιστορία του έχοντας γνωρίσει και αποδεχτεί τα κίνητρα πίσω από την αλλόκοτη συμπεριφορά της μητέρας του.
    Το αμάρτημα της μητέρας του αφηγητή δεν είναι μόνο το πλάκωμα του θηλυκού βρέφους, είναι παράλληλα και ο πόνος που προκάλεσε στα αρσενικά παιδιά της με το να τα θέτει διαρκώς σε δεύτερη μοίρα. Στην προσπάθειά της να εξιλεωθεί για το πρώτο της αμάρτημα η μητέρα διέπραξε ένα ακόμη, έβαλε σε απόλυτη προτεραιότητα τα δικά της συναισθήματα εις βάρος των συναισθημάτων των παιδιών της. Η μητέρα βέβαια δεν παύει να είναι ένας άνθρωπος που δεν μπορεί παρά να κάνει λάθη ξανά και ξανά, στα μάτια όμως των παιδιών της είναι κάτι περισσότερο από ένας απλός άνθρωπος, είναι το κέντρο της ύπαρξής τους και η αδιαφορία της τα πλήγωσε στο μέγιστο δυνατό βαθμό. Ο συγγραφέας – αφηγητής, επιστρέφει στα παιδικά του χρόνια για να υποδείξει το διττό αμάρτημα της μητέρας του, θέτοντας σε έλεγχο βήμα – βήμα τη συμπεριφορά της και τον αντίκτυπο που αυτή είχε στις ψυχές των παιδιών της. Πώς μπορεί να ξεπεράσει ένα παιδί τον πόνο που του προκαλείται όταν ακούει τη μητέρα του να προσεύχεται ζητώντας ουσιαστικά το θάνατό του;
    Ο Βιζυηνός δημιουργεί ένα πολυεστιακό αφήγημα στο οποίο η συμπεριφορά της μητέρας βρίσκεται στο επίκεντρο κι ελέγχεται τόσο ως προς τις επιπτώσεις που έχει στη ψυχοσύνθεση των παιδιών της, όσο και ως προς τα κίνητρα που την αιτιολογούν. Ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται απλώς να μας παρουσιάσει το αμάρτημα της μητέρας του, λύνοντας έτσι το αίνιγμα του τίτλου, θέλει να μας δώσει μια σαφή εικόνα των συνεπειών που είχε το αμάρτημα αυτό τόσο στη μητέρα όσο και στα παιδιά της. Είναι πράγματι αξιοθαύμαστος ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας κατορθώνει να μας παρουσιάσει την ιστορία του κι από τις δύο πλευρές, δίνοντας στη μητέρα την ευκαιρία να εξηγήσει κι ως ένα σημείο να δικαιολογήσει τη στάση της.
    Το αμάρτημα της μητρός μου είναι σαφώς ένα ανθρωποκεντρικό διήγημα, υπό την έννοια ότι ο συγγραφέας θέτει και διατηρεί σε πρώτο πλάνο τις συναισθηματικές διακυμάνσεις των ηρώων του, τα λάθη τους αλλά και τις απόπειρες που κάνουν για να εξιλεωθούν. Ο συγγραφέας παρακολουθεί τις πράξεις και τις παραλείψεις της μητέρας του σε σχέση με την επίδραση που έχουν στα παιδιά της, αλλά και σε σχέση με το κατά πόσο κατορθώνουν να κατευνάσουν τις ενοχές της. Η πορεία της μητέρας, που εμείς την παρακολουθούμε μέσα από τα μάτια του μικρού παιδιού της, δεν παύει να είναι παράλληλα ο αγώνας της γυναίκας αυτής να αντιμετωπίσει τον πόνο και την ενοχή που με διαρκώς αυξανόμενη ένταση τη βασανίζουν και τις στερούν το δικαίωμα μιας αντικειμενικής θέασης των γεγονότων. Κάθε περιστατικό που μας παρουσιάζει ο μικρός αφηγητής προσφέρεται και για μια δεύτερη ανάγνωση, αυτή που προκύπτει από την οπτική της μητέρας. Πώς αισθάνεται μια μητέρα που φτάνει στο σημείο να ζητά από το Θεό να της πάρει το ένα παιδί για να της αφήσει το άλλο;
7. Στα διηγήματα του Βιζυηνού οι λιγοστές περιγραφές αποτελούν «οργανικά μέρη της αφήγησης». Οι περιγραφές του συγκεκριμένου διηγήματος επιβεβαιώνουν την άποψη αυτή;
    Στην εισαγωγή της έκδοσης των διηγημάτων του Βιζυηνού ο Π. Μουλλάς γράφει για τις περιγραφές: «... δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί, κατά τον Άλκη Θρύλο, ο Βιζυηνός «περιόριζε τίς περιγραφές που δεν τις αγαπούσε κι όπου αποτύγχανε». Το ερώτημα μπορεί να τεθεί ως εξής: τι λειτουργίες καλύπτουν οι περιγραφές μέσα στο αφηγηματικό έργο του Βιζυηνού; Ασφαλώς θα ήταν λάθος να τις αντιμετωπίζουμε σαν διακοσμητικές παρενθέσεις ή, τουλάχιστο, σαν συνειδητά ξεστρατίσματα προορισμένα να καθυστερήσουν για λίγο την αφήγηση. Η ομολογία του συγγραφέα μας φαίνεται να είναι πειστική: «Δέν γαπ τάς παρεκβολάς ν τος διηγήμασιν». Έχουμε λοιπόν να κάνουμε όχι με παρέμβλητα “ξένα σώματα”, αλλά με οργανικά μέρη του κειμένου και της αφήγησης. Ο ρόλος τους είναι πολλαπλός: να συμπληρώσουν τα κενά, να δημιουργούν αντιθέσεις, να εντείνουν τις δραματικές καταστάσεις, να στήνουν μυστικές γέφυρες ανάμεσα στους ανθρώπους και στα πράγματα. Μακριά από τον κόσμο της νατουραλιστικής τεκμηρίωσης, όπου η περιγραφή αναχαιτίζει τη δράση, δίνει ουσιαστικό ρόλο στα αντικείμενα και ανάγει συχνά το περιβάλλον σε μετωνυμική έκφραση των προσώπων, ο Βιζυηνός προτιμά το χώρο της ρομαντικής μεταφοράς και αντίθεσης. Αθεράπευτα ανθρωποκεντρικός και ανθρωπομορφικός, δε λέει ν’ αφήσει από τα μάτια του τους ήρωές του. Όταν επιλέγει μια περιγραφή (πράγμα που δε γίνεται συχνά) είναι γιατί λειτουργεί πολυσήμαντα∙ συνήθως γιατί βρίσκεται σε ανταπόκριση ή αντίθεση με ανθρώπινες ψυχικές καταστάσεις...»

   Στο “αμάρτημα της μητρός μου” οι περιγραφές είναι ελάχιστες και πολύ σύντομες, μιας και βασική επιδίωξη του συγγραφέα παραμένει πάντοτε η απόδοση των συναισθημάτων των ηρώων του. Οι περιγραφές που συναντάμε είτε προσώπων είτε χώρων εξυπηρετούν την εξέλιξη του διηγήματος με το να φωτίζουν καλύτερα τη συναισθηματική κατάσταση των ηρώων ή με το να προσφέρουν τα στοιχεία εκείνα που επιτρέπουν στον αναγνώστη να κατανοήσει καλύτερα το χώρο και τις ειδικές συνθήκες που πλαισιώνουν την εμπειρία κάποιου ήρωα. Όταν για παράδειγμα ο αφηγητής περιγράφει το πρόσωπο της Αννιώς «νθυμομαι τούς μαύρους καί μεγάλους ατς φθαλμούς.... ταν μς βλεπεν λους συνηγμένους πλησίον της», το κάνει για να μας παρουσιάσει πόσο αξιαγάπητη ήταν η μικρή κοπέλα, καθώς ακόμη τότε πίστευε ότι η μητέρα του παραμελούσε τα αγόρια της λόγω της αδυναμίας που είχε στην Αννιώ. Η περιγραφή της Αννιώς μαζί με τα διάφορα περιστατικά που αναδεικνύουν τη γλυκύτητα του χαρακτήρα της είναι μια προσπάθεια του αφηγητή να δικαιολογήσει την εμμονή που έχει η μητέρα του για εκείνη.
   Οι περιγραφές των Αγίων που δίνονται όταν ο αφηγητής μας μιλά για την πρώτη νύχτα που πέρασε μαζί με την Αννιώ και τη μητέρα του στην εκκλησία «... μέ τά φαρδυά καί κόκκινά του φορέματα, μέ τόν στέφανον περί τήν κεφαλήν, καί μέ τούς τενες φθαλμούς πί το χρο καί παθος προσώπου του» έρχονται να τονίσουν τον έντονο φόβο που βίωσε εκείνη τη νύχτα και να δώσουν με έμφαση τη μεγάλη αγάπη που είχε για τη μικρή του αδερφή για την οποία ήταν διατεθειμένος να αντιμετωπίσει ακόμη και τους μεγαλύτερους φόβους του.
   Η περιγραφή του Γύφτου που συνέθεσε το μοιρολόι, από την άλλη, «... τήν μαύρην καί λιγδεράν κόμην, τούς μικρούς καί φλογερούς φθαλμούς καί τ’ νοιχτά καί τριχωμένα στήθη του», έρχεται να μας υπενθυμίσει ότι ένα μεγάλο μέρος του διηγήματος μας δίνεται μέσα από τα μάτια του μικρού Γιωργή, ο οποίος αντιμετωπίζει με το φόβο ενός μικρού παιδιού πολλά περιστατικά της καθημερινότητας. Η ίδια άλλωστε παιδικότητα υπάρχει και στον τρόπο που βλέπει κι ερμηνεύει τη συμπεριφορά της μητέρας του.
   Η περιγραφή του δωματίου όπου εξέπνευσε η Αννιώ μας βοηθά να αναπαραστήσουμε την εικόνα εκείνη που τόση εντύπωση προκάλεσε στο μικρό αφηγητή «Πλησίον ατς το τοποθετημένη νδρική νδυμασία... καί κατέρωθεν δύο λαμπάδες ναμμέναι.».
   Διαπιστώνουμε, επομένως, ότι οι σύντομες περιγραφές που υπάρχουν στο διήγημα αυτό στηρίζουν την αφήγηση της ιστορίας και συνεισφέρουν στην καλύτερη κατανόηση της συναισθηματικής κατάστασης των ηρώων. Σε αντίθεση με άλλους συγγραφείς που χρησιμοποιούν εκτενείς περιγραφές για να επιβραδύνουν την αφήγηση ή για να εντάξουν με μεγαλύτερη πληρότητα το χώρο στην αφηγηματική διαδικασία, ο Βιζυηνός καταφεύγει σε σύντομες περιγραφές, μόνο όταν πιστεύει ότι μ’ αυτές θα καταστήσει σαφέστερο τον τρόπο αντίδρασης των ηρώων του και θα φωτίσει καλύτερα τις συναισθηματικές τους διακυμάνσεις..
8. Ποια στοιχεία του περιεχομένου και της αφήγησης δίνουν στο κείμενο αυτοβιογραφικό χαρακτήρα;
   Στο αυτοβιογραφικό αφήγημα το ίδιο πρόσωπο, εκπληρώνει δύο διαφορετικές λειτουργίες. Από τη μια ως αφηγητής είναι υπεύθυνος για την αφήγηση και από την άλλη ως ήρωας κατέχει κεντρικό ρόλο στην ιστορία. Οι τεχνικές που υποστηρίζουν την αυτοβιογραφικότητα είναι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, η εσωτερική εστίαση, ο ελεύθερος πλάγιος λόγος, ο ομοδιηγητικός και ενδοδιηγητικός αφηγητής κ.λπ. Στο διήγημά μας τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα υποδεικνύει «το ομώνυμο του αφηγητή και του συγγραφέα», η κτητική αντωνυμία στον τίτλο, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, τα ονόματα κ.λπ.
     Ο αυτοβιογραφικός χαρακτήρας του διηγήματος γίνεται εμφανής ήδη από τον τίτλο του, όπου η κτητική αντωνυμία «μου» υποδηλώνει την άμεση εμπλοκή του αφηγητή με τα διαδραματιζόμενα. Η ταύτιση, άλλωστε, των ονομάτων τόσο του ήρωα όσο και των μελών της οικογένειάς του με τα πραγματικά ονόματα της οικογένειας του Βιζυηνού ενισχύει την αίσθηση ότι πρόκειται για μια πραγματική ιστορία. Η αφήγηση επιπλέον γίνεται σε πρώτο πρόσωπο, γεγονός που δημιουργεί, σε κάθε αφήγηση, την εντύπωση ότι διαβάζουμε μια προσωπική ιστορία του αφηγητή.
     Ο αφηγητής του διηγήματος είναι ομοδιηγητικός, καθώς όχι μόνο μας αφηγείται την κεντρική ιστορία αλλά πρωταγωνιστεί σε αυτή, και μάλιστα τα γεγονότα της ιστορίας μας δίνονται με εσωτερική εστίαση, υπό την έννοια ότι εμείς μαθαίνουμε την πορεία της ιστορίας με βάση το τι γνώριζε και το τι έζησε ο αφηγητής σε κάθε φάση της ζωής του. Αρχικά μαθαίνουμε τα γεγονότα από την πλευρά του αφηγητή – παιδιού και στην πορεία βλέπουμε τα γεγονότα από την πλευρά του αφηγητή – ενήλικα. Παράλληλα, ακόμη και σε εκείνο το τμήμα του διηγήματος που η αφήγηση γίνεται από έναν ενδοδιηγητικό αφηγητή, τη μητέρα, παρακολουθούμε την ιστορία από την πλευρά της μητέρας του αφηγητή, στοιχείο που διατηρεί ακέραιο τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα της διήγησης.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΕΝΟΤΗΤΕΣ
Α΄ Διδακτική ενότητα («Άλλην αδελφήν δεν είχομεν... και εκράτησεν … πλησίον της»)
2.1.  1. Τι εντύπωση σας δημιουργεί ο τίτλος του διηγήματος;
2. Πώς περιγράφει ο αφηγητής την ιδιαίτερη στοργή της μητέρας προς την Αννιώ και πώς δικαιολογεί αυτή την αδυναμία;
3. Ποιο είναι το βασικό αφηγηματικό μοτίβο (leitmotiv) μέσω του οποίου προωθείται η δράση στο πρώτο μέρος του διηγήματος; Τι συναισθήματα προκαλεί στον αναγνώστη;
     Η μακροχρόνια αρρώστια της Αννιώς και η συνεχής επιδείνωση της υγείας της είναι το αφηγηματικό μοτίβο μέσω του οποίου εξελίσσεται η υπόθεση και διαγράφονται εναργέστερα οι χαρακτήρες.
4. Πώς διαγράφεται ο χαρακτήρας της Αννιώς και σε ποια κυρίως σημεία του κειμένου φαίνεται η αγάπη της για τα αδέρφια της;
5. Να αναφερθείτε στη γλώσσα του διηγήματος. Ποιες είναι οι επιλογές του συγγραφέα στα μέρη που διηγείται και στα διαλογικά μέρη; Ποιο αισθητικό αποτέλεσμα προκύπτει από αυτή τη γλωσσική ποικιλία;
6. Ποια είναι η οπτική γωνία της αφήγησηςκαι πώς λειτουργεί στην πρόσληψη του έργου από τον αναγνώστη;
Οπτική γωνία της αφήγησης είναι η απόσταση που παίρνει ο αφηγητής από τα γεγονότα και τα πρόσωπα της αφήγησης. Έτσι έχουμε εξωτερική οπτική γωνία με ανεξάρτητο παντογνώστη αφηγητή, ο οποίος αφηγείται σε τρίτο πρόσωπο, και εσωτερική οπτική γωνία όπου ο αφηγητής είναι δρων πρόσωπο και αφηγείται μόνο όσα υποπίπτουν στην αντίληψή του. Στο συγκεκριμένο διήγημα έχουμε εσωτερική οπτική γωνία. Ο αφηγητής εστιάζει, δηλαδή περιορίζεται να μας δώσει μονάχα τις πληροφορίες τις οποίες είχε κατά τη στιγμή της δράσης και όχι αυτές που απέκτησε μετά. Η εσωτερική εστίαση πρωτοπαρουσιάζεται στην Ελλάδα με το Βιζυηνό.
2.2. 1. Ποιες πληροφορίες δίνει ο αφηγητής για τα οικογενειακά του πρόσωπα καθώς και για τις μεταξύ τους σχέσεις στην πρώτη παράγραφο του διηγήματος;
2. Πώς προβάλλεται σ’ αυτήν την ενότητα ο οικογενειακός και κοινωνικός ρόλος της γυναίκας; Να απαντήσετε σε αναφορά με συγκεκριμένα χωρία.
3. «Η μητρική στοργή ενίκησε τον φόβον της αμαρτίας. Η θρησκεία έπρεπε να συμβιβασθεί με την δεισιδαιμονίαν». Να σχολιάσετε το χωρίο:
α) ποιες δυνάμεις συγκρούονται,
β) ποια θέση παίρνει ο αφηγητής,
γ) ποια είναι η προσωπική σας άποψη στο θέμα αυτό.
4. Όταν η μητέρα ρώτησε την Αννιώ ποιο από τα δυο αδέρφια της θέλει να μείνει μαζί της στην εκκλησία, εκείνη απάντησε: «Ποίον από τους δύο θέλω; Κανένα δεν θέλω χωρίς τον άλλο. Τα θέλω όλα τα αδέρφια μου, όσα και αν έχω». Να χαρακτηρίσετε τη στάση της Αννιώς απέναντι στα αδέρφια της, συγκρίνοντάς την με εκείνη της μητέρας της.
5. Με ποιες διαδοχικά ενέργειες προσπαθεί η μητέρα να βοηθήσει στη θεραπεία της Αννιώς;
6. Ποιες λαϊκές αντιλήψεις σχετικές με τις μακροχρόνιες αρρώστιες ανιχνεύονται στην ενότητα;

Β΄ Διδακτική ενότητα («Ενθυμούμαι ακόμη ... εγλύτωσεν από τα βάσανά του»)
2.1. 1. Στα διηγήματα του Βιζυηνού ο κλειστός χώρος βρίσκεται σε άμεση συνάρτη-ση με το δράμα. Ισχύει αυτή η άποψη και για «Το Αμάρτημα της μητρός μου»; Να δικαιολογήσετε την απάντησή σας. Κλειστός χώρος: σπίτι, εκκλησία - όπου και αρρώστια, θάνατος, οδύνη, φόβος
2. Ο Βιζυηνός ξέρει «να κεντρίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, να σκορπίζει πρόωρες «ενδείξεις» που η σημασία τους θα φανεί αργότερα». Επιβεβαιώ-νεται αυτή η άποψη στο κείμενό μας;
3. Στην ενότητα αυτή ο αφηγητής αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο: Με ποια επιχειρήματα μπορεί να υποστηριχθεί αυτή η άποψη;
4. Ο αφηγητής αισθάνεται ενοχή καθώς βιώνει τη σύγκρουση ανάμεσα στην αγάπη για την άρρωστη αδελφή του και την πίκρα για τη στέρηση της μητρικής στοργής. Σε ποια σημεία του κειμένου φαίνεται αυτή η σύγκρουση;
5. Με ποιους αφηγηματικούς τρόπους «υφαίνει» ο συγγραφέας την κορύφωση του δράματος που σχετίζεται με την αρρώστια της Αννιώς;
6. Να εντοπιστούν οι αναδρομές (ή αναλήψεις = αναφορές σε προτερόχρονα) που διακόπτουν την ευθύγραμμη ροή του αφηγημένου χρόνου.
Με τον όρο «αφηγημένος χρόνος» νοείται η χρονική διάρκεια που καλύπτουν τα γεγονότα της αφήγησης ως το τέλος της. Στο διήγημά μας ο αφηγημένος χρόνος καλύπτει διάρκεια 27 ετών.
7. Στο “Αμάρτημα της μητρός μου” υπάρχουν φράσεις που «αποβλέπουν στο να υπογραμμίσουν τη διάσταση ανάμεσα στον ώριμο αφηγητή και στην παιδική συνείδηση που προσλαμβάνει τα συμβάντα». Ποιες φράσεις μέσα στο κείμενο επιβεβαιώνουν αυτή την επισήμανση;

2.2. 1. Πώς επηρεάζει ψυχολογικά τον αφηγητή ο εσωτερικός χώρος της εκκλησίας;
2. Ποια είναι η άμεση αντίδραση του αφηγητή όταν ακούει την προσευχή της μητέρας του; Πώς τη δικαιολογείτε;
3. Ποια εξωπραγματικά και μαγικά στοιχεία ενσωματώνονται στη διήγηση και τι ρόλο παίζουν στην πλοκή του έργου;
4. Με ποια επίθετα χαρακτηρίζεται ο συνθέτης του μοιρολογιού; Να σχολιάσετε το περιεχόμενό τους.
5. Να συγκρίνετε τα συναισθήματα του αφηγητή όπως αυτά παρουσιάζονται τη νύκτα στην εκκλησία και τη νύκτα στο σπίτι. Ποια διαφορά παρατηρείτε; Πώς δικαιολογείτε αυτήν την διαφοροποίηση;
6. Ποια χωρία σ’ αυτή την ενότητα προοικονομούν το θάνατο της Αννιώς;
7. «Το καημένο μας το Αννιώ! εγλύτωσεν από τα βάσανά του!» Τι συναισθήματα εκφράζει ο αφηγητής και πώς τα ερμηνεύετε;

Γ΄ Διδακτική ενότητα («Πολλοί είχον κατηγορήσει την μητέρα μου... και απηρχόμην εις τα ξένα»)
2.1. 1. Με ποιες τεχνικές ο συγγραφέας επιτυγχάνει τη σύντμηση του πραγματικού χρόνου της διάρκειας των γεγονότων; Δύο κυρίως είναι οι τεχνικές σύντμησης του πραγματικού χρόνου, η παράλειψη, που συνίσταται στην υπερπήδηση γεγονότων που δεν θεωρούνται σημαντικά για την εξέλιξη της υπόθεσης και η επιτάχυνση, με την οποία τα γεγονότα περιγράφονται περιληπτικά.
2. Πώς λειτουργεί ο αφηγητής στις δυο υιοθεσίες;
Στην πρώτη υιοθεσία ο αφηγητής είναι αυτόπτης μάρτυρας, παρίσταται στη δράση. Στη δεύτερη υιοθεσία το αφηγούμενο «εγώ» αναδιηγείται τα γεγονότα ως «παντογνώστης αφηγητής»
3. Πώς λειτουργεί ο ανοικτός χώρος στα συναισθήματα του αφηγητή;
4. «Μη μου φέρετε τίποτε, έλεγεν η μήτηρ μου, ... Ο Γιωργής ήμην εγώ. Και την υπόσχεσιν ταύτην την είχον δώσει αληθώς, αλλά πολύ προτύτερα. Ήτο καθ’ ήν εποχήν...». Μπορείτε να διακρίνετε τα τρία επίπεδα του χρόνου;
Τα τρία επίπεδα είναι: α) ο χρόνος κατά τον οποίο γίνεται η δεύτερη υιοθεσία, που έχει τη θέση συγχρονίας, β) το επεισόδιο στο ποτάμι που είναι προτερόχρονο ως προς την εξέλιξη της κύριας υπόθεσης και γ) ο χρόνος της συγγραφής (της μνήμης του αφηγητή -συγγραφέα) που είναι υστερόχρονος σε σχέση με όλα τα αφηγούμενα).
5. Ποιο επεισόδιο μέσα σ’ αυτήν την ενότητα απαλλάσσει τον αφηγητή από την αγωνία αν τον αγαπά η μητέρα του, και πως το αξιολογείτε;

2.2. 1. Ποια στάση παίρνουν οι αδερφοί του αφηγητή απέναντι στις δυο υιοθεσίες; Να βρείτε τα σχετικά χωρία.
2. Πώς σχολιάζει ο αφηγητής τη δυσφορία των αδερφών του για την τακτική της μητέρας να υιοθετεί κορίτσια;
3. Ποια στοιχεία αντλούμε απ’ αυτήν την ενότητα για το εθιμικό της υιοθεσίας στη Θράκη;
4. Να συγκρίνετε αυτήν την ενότητα με την προηγούμενη. Ποιες διαφορές παρατηρείτε ως προς το ψυχολογικό κλίμα της αφήγησης;
5. Ο αφηγητής δε γνωρίζει για ποιο λόγο η μητέρα του υιοθετεί κορίτσια. Βρίσκεται «σε πλάνη» ως προς τα κίνητρα αυτής της πράξης. Τι συναισθήματα γεννά στον αναγνώστη αυτή η άγνοια του αφηγητή;

Δ΄ Διδακτική ενότητα («Η μήτηρ βεβαίως ... αλλ’ ισχυρού τινος φόβου»)
2.1. 1. Πώς λειτουργεί στο κείμενο η εμπλοκή του αφηγητή στα γεγονότα;
2. Ποιες αναδρομικές και πρόδρομες αναχρονίες υπάρχουν στην ενότητα και πώς λειτουργούν αισθητικά;
3. Με ποιες εικόνες αισθητοποιούνται «αι πικρίαι» της μητέρας για τον ξενιτεμένο της γιο;
4. Να επισημάνετε τις εκδηλώσεις έκπληξης και αγωνίας των προσώπων καθώς και τη λειτουργία τους στο κείμενο.
5. Σε ποια σημεία της ενότητας διακρίνετε αισθήματα ενοχής του αφηγητή απέναντι στη μητέρα του;
6. Μπορείτε να εντοπίσετε το δραματικό στοιχείο που υπάρχει στο περιεχόμενο και στον τρόπο αφήγησης;
7. Πώς υπηρετεί την εξέλιξη του μύθου η σύγκρουση μητέρας και γιου για την υιοθετημένη κόρη;

2.2. 1. «Παραμόνευεν εις τους δρόμους, ερωτώσα τους διαβάτας μη με είδον πουθενά». Σε ποια συναισθηματική κατάσταση βρισκόταν η μητέρα;
2. Ποια είναι η αντίδραση της μητέρας στις διαδόσεις εις βάρος του γιου της και πώς την ερμηνεύετε;
3. Ποια συναισθηματική κατάσταση του αφηγητή ανιχνεύεται στη φράση: «Δόσ’ του πίσου αν μ’ αγαπάς»;
4. «Όχι δεν είναι ξένο το παιδί είναι δικό μου»: Τι είναι αυτό που κάνει τη μητέρα να θεωρεί «δικό της παιδί» την Κατερινιώ, αν και είναι υιοθετημένο;
5. Ποιο είναι το πρότυπο της ιδανικής γυναίκας για τον αφηγητή, όπως αναδύεται μέσα από την περιγραφή της ιδανικής αδελφής;
6. Να περιγράψετε τις ψυχικές διακυμάνσεις της μητέρας, κατά τη διάρκεια της σύγκρουσής της με τον αφηγητή για το Κατερινιώ.
7. «Και το έκαμεν ο Θεός τέτοιο, δια να δοκιμάση την υπομονή μου, και να με σχωρέση»: Πώς δικαιολογεί η μητέρα την υποχρέωσή της να αναθρέψει ένα «ανάξιο» παιδί;

Ε΄ Διδακτική ενότητα («Η μήτηρ μου εκρέμασε την κεφαλήν ... και εγώ εσιώπησα»)
2.1. 1. Ποιος είναι ο ρόλος της εγκιβωτισμένης αφήγησης στην εξέλιξη του μύθου;
2. Με ποια εκφραστικά μέσα αισθητοποιεί ο συγγραφέας τα αισθήματα ενοχής της μητέρας;
3. Πώς λειτουργούν τα θαυμαστικά που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας στη σκηνή της συνειδητοποίησης του θανάτου του βρέφους;
4. Το ρήμα «κουράζομαι» επαναλαμβάνεται, σε διάφορους τύπους, τέσσερις φορές. Ποια είναι η λειτουργία του;
5. Τα συναισθήματα του αφηγητή - παιδιού προς την Αννιώ αλλά και η συμπεριφορά των γονέων του προς αυτόν δίνονται μέσα από την οπτική γωνία της μητέρας. Γιατί, κατά τη γνώμη σας, ο συγγραφέας επέλεξε αυτήν την τεχνική;
6. Τι δηλώνει η σιωπή του αφηγητή στο τέλος του διηγήματος;
7. Πώς συνδέεται το τέλος του διηγήματος με τον τίτλο του;

2.2. 1. «Τι φωνάζεις έτσι βρε βώδι;»: Ποιοι λόγοι υπαγορεύουν αυτήν την αντίδραση του πατέρα;
2. «Η αμαρτία είναι αμαρτία»: Πώς αντιλαμβάνεται η μητέρα την αμαρτία;
3. Γιατί η μητέρα θεωρεί την «παίδεψι» από την Κατερινιώ «παρηγοριά κι ελαφροσύνη»;
4. Πώς ερμηνεύεται τελικά η ανάγκη της μητέρας να υιοθετεί κορίτσια;
5. Ο αφηγητής πιστεύει στο «απρομελέτητον και αβούλητον του αμαρτήματος της μητρός». Ποια είναι η δική σας άποψη;
6. Λυτρώνεται τελικά η μητέρα από τις ενοχές; Να αιτιολογήσετε την απάντησή σας.
7. Θα θεωρούσατε τη μητέρα τραγικό πρόσωπο; Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου