Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεωρία λογοτεχνίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεωρία λογοτεχνίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

et in Arcadia ego


Το γεγονός ότι η Αρκαδία της Πελοποννήσου, έδωσε το όνομά της σε ένα ρεύμα της λογοτεχνίας, τον αρκαδισμό οφείλεται στο ότι οι Αρκάδες είναι ένα από τα αρχαιότερα ελληνικά φύλα, τα οποία διατήρησαν την ανεξαρτησία τους, όταν η υπόλοιπη Πελοπόννησος ήταν υπό την κυριαρχία των Δωριέων. Έτσι κατέληξαν να γίνουν το μοντέλο ενός απομονωμένου, ειδυλλιακού και αναλλοίωτου από εισβολές και πολέμους τόπου, όπου οι κάτοικοι, κυρίως βοσκοί,  ζουν ξένοιαστοι και ευτυχισμένοι μέσα στη φύση.

Κατ’ επέκταση, η Αρκαδία αναφέρεται σε μια νοητική ή υπαρξιακή κατάσταση και όχι μόνο σε μια γεωγραφική τοποθεσία. Το αρκαδικό ιδεώδες εκφράζεται ανάγλυφα στο λατινικό ρητό et in Arcadia ego (=ήμουν κι εγώ στην Αρκαδία), με τη λέξη «Αρκαδία» να κρύβει μέσα της άφθονες παρασημάνσεις και πολυεπίπεδους συμβολισμούς.

Τα κείμενα του αρκαδισμού λειτουργούν σαν μια απόδραση από την καθημερινότητα, στην οποία επικρατούν η αποξένωση, η ένταση, η αντιπαράθεση και η ανισορροπία. Περιγράφουν έναν κόσμο αγνό και αμόλυντο, έτσι όπως βγήκε από το χέρι του θεού ή της φύσης, στον οποίο ο άνθρωπος ζει με αρμονία, ισορροπία και ομορφιά.  Ο αρκαδικός κόσμος μοιράζεται πολλά με την επικούρεια φιλοσοφία, αφού επικρατεί σ’ αυτόν η αρχή της ηδονής. Εδώ όλα τα πάθη ικανοποιούνται χωρίς ενοχές και η ευτυχία βιώνεται χωρίς αναστολές.

Πρώτα δείγματα αρκαδισμού στη λογοτεχνία έχουμε στην βουκολική ή ποιμενική ποίηση, εμπνευστής της οποίας ήταν ο Θεόκριτος, ο οποίος τον 3ο αιώνα π.Χ. συνέθεσε ποιήματα που παρουσιάζουν τη ζωή των Σικελών ποιμένων. Ο Βιργίλιος στη συνέχεια τον μιμήθηκε και με τις Εκλογές του καθιέρωσε την ποιμενική ποίηση σαν ένα πολύ δημοφιλές είδος.

Τέτοια ήταν η απήχηση του αρκαδικού ιδεώδους, που οι συγγραφείς της Αναγέννησης το ενσωμάτωσαν σε διάφορα άλλα λογοτεχνικά είδη. Σπουδαία παραδείγματα είναι η Αρκάντια του σερ Φίλιπ Σίντνεϊ και το Όπως Αγαπάτε του Σαίξπηρ. Αυτό το δεύτερο εκτυλίσσεται στο δάσος του Άρντεν, ένα χλοερό καταφύγιο μακριά από τα προβλήματα της καθημερινότητας, όπου όλες οι έχθρες συμφιλιώνονται, όλα τα προβλήματα επιλύονται και η αληθινή αγάπη έχει αίσιο τέλος.

Ο ρεαλισμός που αναδύθηκε σαν φιλοσοφικό και λογοτεχνικό ρεύμα κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού  δεν δημιουργούσε ευνοϊκές προϋποθέσεις για τον αρκαδισμό, που στη βάση του είναι ρομαντικός. Αλλά το αρκαδικό ιδεώδες δεν παραγκωνίζεται εντελώς, απλώς αλλάζει όψη. Το συναντάμε τώρα σε κείμενα που απευθύνονται κυρίως σε παιδιά, όπως η Χάιντι της Γιοχάννας Σπίρι και ο Άνεμος στις Ιτιές του Κένεθ Γκράχαμ. Έτσι, λοιπόν, η Αρκαδία, με άλλα λόγια ο παράδεισος, μοιάζει όσο προχωρούμε στο σήμερα σαν κάτι χαμένο για πάντα και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να το νοσταλγούμε, όπως νοσταλγούμε την παιδική μας ηλικία. Ίσως ακόμα ο παράδεισος να μοιάζει στους δημιουργούς του προηγούμενου αιώνα σαν κάτι που μόνο τα παιδιά, με την αθωότητά τους έχουν δικαίωμα σ’ αυτόν. 

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

ΣΧΗΜΑΤΑ ΛΟΓΟΥ


ΣΧΗΜΑΤΑ ΛΟΓΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑ (που αναφέρονται σε γραμματική / συντακτική  σχέση λέξεων)

1.  Κατά το νοούμενον: ένας όρος συμφωνεί με κάποιον όλο όχι με βάση το γραμματικό τύπο αλλά το νόημά του π.χ.
Ο κόσμος χτίζουν εκκλησιές.
2.  Σύμφυρσης: όταν έχουμε ανάμειξη δύο διαφορετικών συντάξεων π.χ. Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε (=Ο Απρίλης χορεύει και γελάει με τον Έρωτα+ ο Απρίλης και ο Έρωτας χορεύουν και γελούνε)
3.  Ανακόλουθο: όταν όροι που ακολουθούν δε βρίσκονται σε συντακτική συμφωνία με τους όρους που προηγούνται π.χ. Κάνε ό,τι θέλεις· εγώ δε με νοιάζει καθόλου (=εγώ δεν ενδιαφέρομαι / εμένα δε με νοιάζει καθόλου)
4.  Καθ΄ όλον και μέρος: το ουσιαστικό που δηλώνει το όλο αντί να εκφέρεται με γενική διαιρετική (ή εμπρόθετα) εκφέρεται ομοιόπτωτα και ομοιότροπα με τον άλλο όρο της πρότασης π.χ. Την Κυριακή το δειλινό μεγάλα τόπια βγάλαν.(= Το δειλινό της Κυριακής)
5.  Υπαλλαγής: ο επιθετικός προσδιορισμός αντί να συμφωνεί με μια γενική (συνήθως) η οποία προσδιορίζει ένα ουσιαστικό, συμφωνεί με το ουσιαστικό π.χ. Τ’ αντρειωμένα κόκκαλα ξεθάψτε του γονιού σας (=Τα κόκκαλα του αντρειωμένου γονιού σας). Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει. (=Βουνάκι λευκά πρόβατα/ από λευκά πρόβατα)
6.  Πρόληψης: το υποκείμενο μιας εξαρτημένης πρότασης βγαίνει από την εξαρτημένη πρόταση και γίνεται αντικείμενο του ρήματος της κύριας π.χ. Ποιος είδε τον αμάραντο σε ποιο βουνό φυτρώνει (Ποιος είδε σε ποιο βουνό φυτρώνει ο αμάραντος). Φοβούμαι το Γιάννη, μήπως κάνει καμιά τρέλα (=φοβούμαι μήπως ο Γιάννης κάνει καμία τρέλα)

ΣΧΗΜΑΤΑ ΛΟΓΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΣΕΙΡΑ ΛΕΞΕΩΝ

1.  Υπερβατόν: Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει
2.  Πρωθύστερο: όταν προτίθεται μια πράξη που χρονικά ακολουθεί κάποια άλλη π.χ. Τέλος κι αρχήν  η μνήμη εδώ δεν έχει.
3.  Χιαστόν: όταν ένα ζευγάρι όρων, όμοιων (συντακτικά ή νοηματικά) με ένα ζευγάρι όρων που προηγείται, εκφέρονται με αντίστροφη σειρά π.χ.  Ήλιος δεν είχε ακόμη βγει, δεν είχε βγει φεγγάρι
Ήλιος    δεν είχε ακόμη βγει,



δεν είχε βγει    φεγγάρι  
4.  Κύκλος: μια πρόταση ή περίοδος ή ενότητα τελειώνει με την ίδια λέξη ή φράση ή ιδέα π.χ. Μοναχή το δρόμο πήρες και ξανάλθες μοναχή...
5.  Ετυμολογικό σχήμα: όταν παρατίθενται λέξεις ομόηχες συνήθως συγγενείς ετυμολογικά π.χ.  Χάρε, χαρά που μου ‘φερες.
6.  Ομοιοτέλευτο ή ομοιοκατάληκτο: στο τέλος επαλλήλων προτάσεων ή περιόδων (ή στίχων ποιήματος) τίθενται λέξεις με όμοια κατάληξη π.χ. Τον πύργο πύργο παέι και γυροβολάει.



ΣΧΗΜΑΤΑ ΛΟΓΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ ΛΟΓΟΥ
Ι. ΄Ελλειψη και βραχυλογία
1.  Ελλειψη:  παραλείπονται ευκόλως εννοούμενα στοιχεία π.χ. Ποιος πήρε το βιβλίο μου; - Ο Πέτρος. (εννοείται: το πήρε)
2.  Ανανταπόδοτο: παραλείπεται η απόδοση μιας υπόθεσης π.χ. Αν θέλει να την παντρευτεί (εννοείται: πάει καλά) ·αλλιώς τα βρίσκει σκούρα.
3.  Ζεύγμα (είδος βραχυλογίας): Το ρήμα μιας πρότασης έχει δύο αντικείμενα ή εμπρόθετους προσδιορισμούς, ενώ λογικά μόνο το ένα ταιριάζει π.χ. Ακούει τουφέκια και βροντούν, σπαθιά λαμποκοπάνε.
4.  Αποσιώπηση: π.χ. Φτάνει πια. Μη με αναγκάσεις...
ΙΙ. Πλεονασμός
5.  Σχήμα εκ παραλλήλου (εξ αντιθέτου): μια έννοια την εκφράζω με μια θετική και μια αρνητική έκφραση π.χ. Ζεστό, όχι κρύο νερό.
6.  Σχήμα κατά άρση και θέση: στην αρχή λέμε τι δε συμβαίνει και μετά τι συμβαίνει π.χ. Εγώ δεν είμαι Τούρκος, ουδέ Κόνιαρος, είμαι καλογεράκι απ’  ασκηταριό.
7.  Περίφραση: π.χ. Ο γέρος του Μοριά (=Κολοκοτρώνης)
8.  Σχήμα εν δια δυοίν: δύο λέξεις συνδεόμενες με το και, ενώ σύμφωνα με το νόημά τους η μία είναι προσδιορισμός της άλλης π.χ. Αστροπελέκι και φωτιά να κάψει την αυλή σας (= φλογερό αστροπελέκι.)
9.  Αναδίπλωση / παλιλλογία: μια λέξη ή φράση επαναλαμβάνεται αμέσως δεύτερη φορά (συνήθως με κάποιο πρόσθετο προσδιορισμό της) π.χ. Φεύγει, φεύγει ο προδότης.
10. Διπλότης/Ταυτολογία: μια έννοια ή ένα νόημα εκφράζεται στη σειρά δυο φορές με τις ίδιες σχεδόν λέξεις ή φράσεις λίγο ή πολύ διαφορετικές αλλά ταυτόσημες π.χ. Βρίσκει την πόρτα ανοιχτή, την πόρτα ανοιγμένη (Συνηθισμένο σχήμα σε δημοτικά τραγούδια)
11. Επαναστροφή: μια καινούργια πρόταση ή φράση αρχίζει με την τελευταία λέξη ή φράση της προηγούμενης πρότασης π.χ. Όχι, θα ζήσω στον κόσμο, στον κόσμο θα μεγαλώσω. [........................α, α....................]
12. Επαναφορά / επάνοδος: επανάληψη της ίδιας λέξης ή φράσης στην αρχή επαλλήλων προτάσεων π.χ. Φταίει το ζαβό το ριζικό μας! Φταίει ο Θεός που μας μισεί! Φταίει το κεφάλι το κακό μας! Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί![α...,α...,α...]
13. Αντιστροφή/επιστροφή/επιφορά: η ίδια λέξη ή φράση επαναλαμβάνεται στο τέλος  επαλλήλων προτάσεων π.χ. Έτσι είν’ ο κόσμος· πάντα τέτοιος θα είναι ο κόσμος.[...α,...α]
14. Σχήμα υποφοράς και ανθυποφοράς: ερώτηση και απάντηση από το ίδιο πρόσωπο π.χ. Ο Λιάκος τι να γίνηκε...; Ο Λιάκος αποκλείστηκε στο Μπούμηλο στη ράχη.
15. Προδιόρθωση / προθεραπεία: πριν να πούμε κάτι δυσάρεστο λέμε μια φράση για να προδιαθέσουμε και να μετριάσουμε την εντύπωση π.χ. Θα σου πω κάτι αλλά μη στενοχωρηθείς, ...
16. Επιδιόρθωση: μια λέξη/φράση που διατυπώνει με μεγαλύτερη ακρίβεια κάτι που είπαμε προηγουμένως π.χ. Ένα πουλί μαύρο, κατάμαυρο.
17. Αναφώνηση / επιφώνημα: π.χ. Τούτος, αχ! που ‘ν’ ο δοξαστός κι η θεϊκιά θωριά του.

ΣΧΗΜΑΤΑ ΛΟΓΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ ΛΕΞΕΩΝ
1.  Μεταφορά: π.χ. Έχει χρυσή καρδιά
2.  Συνεκδοχή
το ένα αντί για τα πολλά π.χ. Τούρκος (= Τούρκοι) το τριγυρίζει χρόνους δώδεκα
μέρος αντί για όλο: Κάθε κλαδί (=δέντρο) και κλέφτης.
ύλη αντί για αντικείμενο κατασκευασμένο από αυτήν την ύλη:  π.χ. Να τρώει η σκουριά το σίδερο  (=το σιδερένιο όπλο) κι η γη τον αντρειωμένο.
το όργανο αντί για την ενέργεια που γίνεται ή παράγεται από αυτό π.χ. Έχω πολύ σίδερο (=σιδέρωμα).
το όργανο μιας ενέργειας αντί για το πρόσωπο που χειρίζεται το όργανο ή που έχει σχέση μ’ αυτό: Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τόπ’ ¶γγλου.
το φαινόμενο που παράγεται από μια ενέργεια αντί για την ενέργεια π.χ. Έμειν’ ο Διάκος στη φωτιά (=μάχη) με δεκαοχτώ λεβέντες
το εικονιζόμενο πρόσωπο αντί για την εικόνα του π.χ. Φλωριά ρίχνουν στην Παναγιά, φλωριά ρίχνουν στους άγιους (=στην εικόνα της Παναγίας - στις εικόνες των Αγίων).

3.  Μετωνυμία[1]
όνομα δημιουργού αντί για το δημιούργημα π.χ. Διαβάζω Όμηρο (=τα έπη του Ομήρου)
το όνομα ενός ανθρώπου που έχει μια ιδιότητα σε ύψιστο βαθμό αντί για το επίθετο  που δείχνει την ιδιότητα αυτή. Είναι Αϊνστάιν (=πανέξυπνος)
το περιέχον αντί του περιεχομένου και αντίστροφα π.χ. Δειλιάζουν γύρω τα νησιά...(=οι κάτοικοι των νησιών). Τον είδα στα λαχανικά  (=στο τμήμα που έχει λαχανικά)
το αφηρημένο ουσιαστικό αντί για το συγκεκριμένο όνομα ή επίθετο π.χ. Τόπο στα νιάτα (=νέους)
4.  Λιτότητα: εκφράζουμε κάτι με άρνηση+αντίθετης σημασίας λέξη π.χ. Πέρασε όχι λίγη  ώρα (=πολλή)
5.  Ειρωνεία: χρήση λέξης με αντίθετη σημασία με στόχο να κοροϊδέψουμε π.χ. Τι έξυπνος (=βλάκας) που είσαι!
6.  Ευφημισμός: από φόβο δεισιδαιμονία κλπ. αποφεύγουμε να πούμε μια δυσάρεστη έννοια και χρησιμοποιούμε το αντίθετό της π.χ. το γλυκάδι (αντί το ξύδι)
7.  Υπερβολή π.χ. Σα δυο βουνά είναι οι πλάτες του, σαν κάστρο η κεφαλή του.
8.  Αλληγορία π.χ. Ένας αϊτός περήφανος, ένας αϊτός λεβέντης από την περηφάνια του κι από τη λεβαντιά του δεν πάει στα κατώμερα, να καλοξεχειμάσει, μον’  μένει απάνω στα βουνά... (=ο ανυπότακτος κλέφτης της τουρκοκρατίας που και το χειμώνα με όλες τις στερήσεις και τα κρύα δεν υποτάσσεται στον Τούρκο αλλά μένει στο βουνό)
ΣΧΗΜΑΤΑ ΝΟΗΜΑΤΟΣ
1.  Προσωποποίηση π.χ. Ο Όλυμπος κι ο Κίσσαβος τα δυο βουνά μαλώνουν.
2.  Παρομοίωση: πάντα υπάρχει η λέξη σαν , όπως με όποιον τρόπο κλπ.
3.  Αντίθεση
4.  Κλιμάκωση: Όμορφη, πλούσια κι άπαρτη και σεβαστή κι αγία.

ΜΕΤΡΑ
Ιαμβικό           υ ύ     Δειλιάζουν γύρου τα νησιά...
Τροχαϊκό         ύ υ    Τι ο νους δεν ξέρει σύνορα...
Δακτυλικό       ύ υ υ   Ζάχαρη να ‘ναι ο ύπνος σου...
Αναπαιστικό    υ υ ύ   Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη...
Μεσοτονικό     υ ύ υ   Το χάραμα επήρα...

ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΑ
Ζευγαρωτή:          α-β, γ-δ
Πλεκτή/χιαστή :   α-γ, β-δ
Σταυρωτή:           α-δ, β-γ




[1] Συχνά μετωνυμία και συνεκδοχή συγχέονται.

Αφηγηματολογία

Αφηγηματολογία  (Narratologie/narratology) είναι η θεωρία που εξετάζει τη φύση, τη μορφή και τη λειτουργία μιας αφήγησης και προσπαθεί να δώσει απαντήσεις σε τρεις ερωτήσεις:

·      Ποιος αφηγείται;

·      Τι αφηγείται;

·      Πώς αφηγείται;

    Αφηγηματικές τεχνικές:

 Ο αφηγητής, το είδος της αφήγησης (οι αφηγηματικοί τρόποι), η οπτική γωνία, η εστίαση, ο χρόνος και ο ρυθμός της αφήγησης κ.ά.

Βασικά στοιχεία αφηγηματολογίας

·      Οι μαθητές θα πρέπει να κατανοούν τη διάκριση μεταξύ συγγραφέα και αφηγητή.

·      Να κατανοούν ποιος αφηγείται (οπτική γωνία) και ποιος «βλέπει» (εστίαση).

·      Να διακρίνουν τους τύπους αφηγητή με βάση τη συμμετοχή τους στην ιστορία και με βάση το επίπεδο αφήγησης.


Πώς θα ανακαλύψουν οι μαθητές τον αφηγητή στο κείμενο.

Τους υποβάλλουμε τις ερωτήσεις:

  •   Ποιος μιλάει; Είναι ένας χαρακτήρας του έργου ή ένα πρόσωπο ξένο προς την ιστορία;
  •  Έχει περιορισμένη γνώση και αφηγείται μόνο όσα υποπίπτουν στην αντίληψη του ή είναι ένας οξυδερκής παρατηρητής που γνωρίζει τα πάντα;
  •   «Λέει» ο ίδιος την ιστορία και σχολιάζει τα συμβάντα ή τη «δείχνει», δηλαδή αφήνει τα γεγονότα να μιλήσουν μόνα τους χωρίς να παρεμβάλλει τις απόψεις του;


Ο τύπος του αφηγητή

Ο αφηγητής είναι ένα φανταστικό πρόσωπο που επινοεί ο συγγραφέας για να αφηγηθεί μια ιστορία και δεν ταυτίζεται μαζί του.

Με βάση τη συμμετοχή του στην ιστορία ονομάζεται:

   Ομοδιηγητικός: Συμμετέχει στην ιστορία την οποία αφηγείται είτε ως πρωταγωνιστής (αυτοδιηγητικός αφηγητής) είτε ως παρατηρητής ή αυτόπτης μάρτυρας.

   Ετεροδιηγητικός: Δεν έχει καμιά συμμετοχή στην ιστορία που αφηγείται.


Εστίαση [Ποιος βλέπει]

   Μηδενική Ο αφηγητής ξέρει περισσότερα από ό,τι τα πρόσωπα, είναι έξω από τη δράση (παντογνώστης)

Αφηγητής > Πρόσωπα

• Εσωτερική  Ο αφηγητής ξέρει όσα και τα πρόσωπα

Αφηγητής = Πρόσωπα

• Εξωτερική  Ο αφηγητής ξέρει λιγότερα από τα πρόσωπα

Αφηγητής < Πρόσωπα

Ο παντογνώστης αφηγητής

•Είναι ο αφηγητής που γνωρίζει τα πάντα, εποπτεύει τα πάντα, αλλά δεν μετέχει στη δράση, δεν είναι δηλαδή ένα από τα πρόσωπα της ιστορίας. Στον παντογνώστη αφηγητή αντιστοιχεί η αφήγηση χωρίς εστίαση (μηδενική), δεδομένου ότι αυτός δεν παρακολουθεί την αφήγηση από μια οπτική γωνία, αλλά είναι πανταχού παρών σαν ένας μικρός θεός.

Είδη αφηγητών με βάση το αφηγηματικό επίπεδο

•Εξωδιηγητικός: αφηγείται την κύρια ιστορία είτε συμμετέχοντας είτε όχι.

•Ενδοδιηγητικός: βρίσκεται μέσα στην ιστορία και αφηγείται μια δεύτερη ιστορία.

•Μεταδιηγητικός: βρίσκεται μέσα στη δευτερεύουσα ιστορία (στη μετα-αφήγηση) και αφηγείται μια άλλη ιστορία.


Τι αφηγείται ο αφηγητής

·   Ιστορία ή μύθος είναι η υπόθεση του λογοτεχνικού έργου

·   Αφήγηση είναι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται τα γεγονότα.

·   Μορφή είναι τα «υλικά» με τα οποία έχει κατασκευαστεί η

·   Δομή είναι η αρχιτεκτονική σύνθεση του κειμένου

·   Πλοκή είναι η εξέλιξη της δράσης και η κλιμάκωση των γεγονότων, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο προωθείται ο μύθος.


Αφηγηματικός χρόνος

Ο χρόνος της ιστορίας (ιστορικός/ πραγματικός) Ο χρόνος της αφήγησης / αφηγημένος 

Αναχρονίες: «Η ασυμφωνία ανάμεσα στην ιστορία και στην αφήγηση»: ενώ τα γεγονότα της ιστορίας ξεδιπλώθηκαν το ένα μετά το άλλο σε μια χρονική διαδοχή, ο αφηγητής παραβιάζει αυτή τη φυσική τους ακολουθία και τα δίνει με άλλη σειρά

  •     Αναδρομικές αφηγήσεις / αναδρομές ή αναλήψεις  αναφέρεται σε γεγονότα προγενέστερα από το σημείο της ιστορίας στο οποίο βρίσκεται ο αφηγητής (flash back)
  •     Πρόδρομες αφηγήσεις ή προλήψεις που αναφέρονται εκ των προτέρων σε γεγονότα που θα συμβούν αργότερα.
   
   

      Η χρονική σειρά μπορεί επίσης να είναι 
  •       ομαλή – γραμμική
  •        in medias res. Η έναρξη της αφήγησης όχι από την αρχή, αλλά από τη «μέση» της υπόθεσης (από ένα σημείο της που παρουσιάζει ενδιαφέρον), όπως γίνεται στην ομηρική Οδύσσεια, που αρχίζει με τον Οδυσσέα στον προτελευταίο σταθμό του γυρισμού του στην Ιθάκη.
  •       αντίστροφη
  •       με εγκιβωτισμούς
  •       με παρεκβάσεις
  •       με προοικονομία
  •        με προσήμανση (ή προϊδεασμό)  
 Ρυθμός αφήγησης: 
  •    επιτάχυνση
  •    η παράλειψη
  •    η περίληψη
  •    η έλλειψη ή το αφηγηματικό κενό, «Ένα ανύπαρκτο τμήμα της αφήγησης που αντιστοιχεί σε μια διάρκεια της ιστορίας»: στην αφήγηση  δηλαδή ο αφηγητής παραλείπει ένα τμήμα της ιστορίας.
  •     * επιβράδυνση. Η καθυστέρηση της εξέλιξης της υπόθεσης, που έχει σκοπό να επιτείνει την αγωνία του αναγνώστη

Πώς αφηγείται;

Για να απαντήσουμε στην ερώτηση αναζητούμε τους αφηγηματικούς τρόπους, που είναι οι εξής:

    * Αφήγηση
    * Διάλογος
    * Περιγραφή
    * Σχόλια
    * Ελεύθερος πλάγιος λόγος
    * Εσωτερικός μονόλογος



Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2011

ΤΑ ΚΥΡΙΟΤΕΡΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΡΕΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΧΟΛΕΣ

 
Τα λογοτεχνικά ρεύματα και κινήματα

  Λογοτεχνικό κίνημα λέγεται μια ομάδα επαναστατημένων λογοτεχνών με ορισμένο πρόγραμμα που αγωνίζονται να το επιβάλλουν, όπως π.χ. οι ντανταϊστές, οι φουτουριστές κ.α.
   Λογοτεχνικά ρεύματα λέγονται οι τεχνοτροπίες, οι αισθητικές παρουσιάσεις των έργων της λογοτεχνίας. Οι επιστημονικές, οι φιλοσοφικές και οι κοινωνικοοικονομικές αντιλήψεις των λογοτεχνών  ή οι διαμορφωτικοί παράγοντες που επηρεάζουν το  συγγραφέα ή  τον κάθε δημιουργό στην αισθητική παρουσίαση του έργου του.
   Σπάνια ένα σπουδαίο  έργο ανήκει αποκλειστικά σε μια μόνο σχολή ή τεχνοτροπία. Την νεοελληνική λογοτεχνία έχουν επηρεάσει τα εξής  ρεύματα, τα οποία άρχισαν να διαμορφώνονται από τον 18ο  - 19ο  αι. μ.Χ. στην Ευρώπη

1) Ο κλασικισμός
Είναι η μορφή της λογοτεχνίας, που θεωρεί ως ιδανικό την ελληνική ρωμαϊκή αρχαιότητα. Θέλει να ξαναγυρίσουμε στα αρχαία πρότυπα και ιδανικά, την τελειότητα. Στον κλασικισμό η λογική κυριαρχεί πάνω στο συναίσθημα και τη φαντασία. Η έκφραση έχει πάντα την πληρότητα την αρτιότητα, την κυριολεξία, το φυσικό και το απέριττο. Επιδιώκεται το τέλειο, το αρμονικό, το πλαστικό και η ισορροπία. Ο όρος «κλασικισμός» προέρχεται από τη λατινική λέξη classicus που σημαίνει αυτός που κατατάσσεται σε μια εξέχουσα  τάξη (class), ο πλούσιος ρωμαίος, όταν κατέχει  πάνω από 120.000 ασσάρια.
Κλασικό ονομάζουμε ένα εξέχον έργο, κάθε τι που διαθέτει ανεξάντλητη δύναμη αντίστασης στην πάροδο και την καταλυτική επίδραση του χρόνου, που αντέχει στην κριτική όλων των ανθρώπων και αναγνωρίζεται ως τέλειο, έξοχο και πρότυπο, άξιο μεγάλης προσοχής και βαθύτατου σεβασμού, όπως π.χ. ο  Παρθενώνας, τα αγάλματα του Φειδία, του Πραξιτέλη κ.α., αλλά και η μουσική του Μπετόβεν, τα έργα του Σαίξπηρ κ.α.
Κλασσικοί Γάλλοι συγγραφείς: Ρονσάρ, Λαφονταίν, Μολιέρος, Ρακίνας κ.α.,  Γερμανοί: Γκαίτε, Σίλλερ, Λέσιγκ κ.ά. Ελλάδα: Α. Κάλβος

2) Ο ρομαντισμός
Ρομαντισμός λέγεται η λογοτεχνική πνευματική κίνηση που δημιουργήθηκε στις αρχές 19ου αι. σε αντίθεση με τον διαφωτισμό και τον κλασικισμό και εκφράζει  τη ρομαντική διάθεση. Είναι η λογοτεχνική εκείνη τεχνοτροπία και γενικότερα η ιδιαίτερη εκείνη μορφή της ζωής, κατά την οποίαν κυριαρχούν το συναίσθημα, η φαντασία, η εξιδανίκευση των πραγμάτων, η άρνηση της πραγματικότητας και η ατονία της λογικής.
Ο όρος ρομαντισμός προέρχεται από τη λέξη roman των ρωμανικών γλωσσών (Γαλλικής Ισπανικής, Ιταλικής κ.α.) που σημαίνει επική ή ερωτική ποίηση, όμως η λέξη roman είναι παράγωγη από την ελληνική λέξη "έρως" > ιταλικά  romanzo = διήγημα, εποποιία, μυθιστόρημα... με ερωτική ιστορία, το ειδύλλιο).  
Ρομαντικό λέγεται ένα έργο, όταν περιγράφει πρόσωπα, τοπία... με ονειρώδη, ειδυλλιακή αίσθηση και διάθεση,  όταν τα βλέπει όμορφα και ωραία και γενικά όπως  ο ερωτευμένος. Ο ρομαντικός συγγραφέας διαλέγει τα τοπία των πράξεων του έργου να είναι πάρα πολύ γραφικά, ωραία, όμορφα, ήρεμα... ως αυτά που διαλέγουν οι ερωτευμένοι (π.χ. ωραίες κοιλάδες, αρχαιολογικοί χώροι, αξιοθέατα, γραφικές ταβέρνες, απόμερα και ήσυχα μέρη...). Χρησιμοποιεί λόγια (γλώσσα) τρυφερά,  γλυκά, αγνά, όπως αυτά που λένε οι πολύ ερωτευμένοι. Ως πρόσωπα του έργου (βασικοί ήρωες) φέρει άτομα ωραία, λεπτά, τρυφερά, αγνά... στην εμφάνιση και τον χαρακτήρα. Στο ρομαντισμό είναι έντονα  η αίσθηση της εθνικής ζωής και το βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα. Τα θέματα που απασχολούν τους ρομαντικούς ποιητές είναι αυτά που τονίζουν τα εθνικά στοιχεία και την εθνική ζωή, τα θρησκευτικά, τα πατριωτικά, τα ιπποτικά, τα ερωτικά κ.τ.λ. γεγονότα.
Γάλλοι ρομαντικοί: Σατωβριάνδος, Ουγκώ, Λαμαρτίνος, Μυσέ, Δουμάς κ.α.
Άγγλοι ρομαντικοί: Γ. Σκώτ, Σέλλεϋ, Μπάιρον, Κόλλεριτζ κ.α.
Έλληνες: A. Βαλαωρίτης

3) Ο ρεαλισμός
Ρεαλισμός λέγεται η λογοτεχνική πνευματική κίνηση που γεννήθηκε στα μέσα του 19ου αι. και εκφράζει την πραγματικότητα, την αντιρομαντική και αντιιδεαλιστική διάθεση. Ο όρος «ρεαλισμός» προέρχεται  από τη  λατινική λέξη res που σημαίνει  το πράγμα, το αντικείμενο, realismus = η πραγματικότητα, ο αντικειμενισμός, η αλήθεια, o πραγματισμός, η πραγματοκρατία.
Ρεαλιστικό λέγεται ένα έργο, όταν παρουσιάζει, περιγράφει,   απεικονίζει κ.τ.λ. τα πρόσωπα του έργου, τις πράξεις τους κ.τ.λ. ως έχουν  πραγματικά και όχι με ωραιοποιήσεις, εξογκώσεις και εξιδανικεύσεις όπως επιβάλλει η αισθητική του  ρομαντισμού ή με κακοποιήσεις, αδιαφορία και δυσφορία, όπως επιβάλλει ο ιδεαλισμός. Όταν ο συγγραφέας απεικονίζει την πραγματικότητα ή όταν περιγράφει και τον εσωτερικό και τον  εξωτερικό κόσμο των προσώπων του έργου, καλό ή κακό, με κριτική αισθησιακή.
Βασικά χαρακτηριστικά του ρεαλισμού:
α) ο ρεαλισμός δείχνει μια τάση για αντικειμενικότητα,
β) αφήνει τα γεγονότα να μιλήσουν από μόνα τους,
γ) επιλέγει θέματα κοινά, από την καθημερινή ζωή και πραγματικότητα,
δ) παρουσιάζει κοινές εμπειρίες.
Ρεαλιστικά στοιχεία συναντάμε σε μεγάλους συγγραφείς όλων των εποχών, όμως η ουσιαστική διαμόρφωση της τεχνοτροπίας αυτής συμπίπτει με την ανάπτυξη των φυσικών επιστημών, της θετικής φιλοσοφίας και της λατρείας της επιστήμης, που αρχίζουν να κυριαρχούν από τα μέσα του ιθ΄ αιώνα. Τότε ο ρεαλισμός παρουσιάζεται σαν οργανωμένη θεωρία και σχολή.
Ο ρεαλισμός διαφέρει ριζικά τόσο από τον κλασικισμό, όσο και από το ρομαντισμό. Με τον πρώτο έχουν βέβαια σαν κοινό στοιχείο την αντικειμενική αναπαράσταση προσώπων, πραγμάτων και καταστάσεων, χωρίς την προσωπική επέμβαση του συγγραφέα, αλλά διαφέρουν βασικά στο σκοπό, τα μέσα και την τεχνική.
Οι ρεαλιστές μυθιστοριογράφοι δεν προβάλουν ηρωικά κατορθώματα και περιπέτειες, αλλά συνηθισμένες πράξεις και καθημερινά θύματα της κοινωνίας. Ο ρεαλιστής  συγγραφέας διαλέγει τα  θέματα του να είναι από τη σύγχρονη, καθημερινή ζωή. Οι ήρωες δεν τον απασχολούν, πρωταγωνιστές είναι οι κοινοί άνθρωποι και ο κοινωνικός περίγυρος. Δεν επιδιώκει την εξιδανίκευση, αλλά την πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας, γι’ αυτό η μορφή του είναι περιγραφική και λεπτομερειακή, χωρίς λυρικές εξάρσεις και εξωραϊσμούς. Έτσι το ύφος του είναι απλό και ξερό, δεν επιθυμεί να γοητεύσει, αλλά να πείσει.
Ο ρεαλισμός αντιτίθεται στην υπερβολή της φαντασίας, του συναισθήματος και της ονειροπόλησης και δε χρησιμοποιεί τον πλούσιο και, πολλές φορές, υπερφορτωμένο λόγο του ρομαντισμού.
Κάποτε οι λογοτέχνες, για να αποδώσουν ρεαλιστικά ορισμένες καταστάσεις ζωής και συμπεριφοράς, δε διστάζουν να απεικονίσουν εξονυχιστικές λεπτομέρειες σχετικές με ερωτικές σχέσεις, τη βία και τις σεξουαλικές διαστροφές (Λαίδη Τσάτερλι του Λόρενς, Λολίτα του Ναμπόκοφ κ.α.), κάτι που δεν κάνει ο ρομαντισμός.

4)  Ο νατουραλισμός
Ο θεμελιωτής του νατουραλισμού είναι ο Εμίλ Ζολά ανάμεσα στα χρόνια 1860 - 1880. Ο όρος «νατουραλισμός» προέρχεται από τη λατινική λέξη natura που σημαίνει η φύση, naturalismus = η φυσιοκρατία, η  φυσικότητα. Ο νατουραλισμός είναι κάτι πιο πάνω από το ρεαλισμό. Οι νατουραλιστές παρατηρούν και περιγράφουν ανθρώπους ψυχρά, αμέτοχα, όπως ένα αντικείμενο, ένα ζώο ή μια μηχανή. Επηρεασμένοι από τη δαρβινική θεωρεία υποβιβάζουν τον άνθρωπο στην κατάσταση του ζώου. (Βλέπε το «Ανθρώπινο κτήνος», του Ζολά). Η τεχνοτροπία αυτή επιδιώκει την άμεση και πιστή εφαρμογή της φύσεως και της πραγματικότητας, άσχετα αν τα πράγματα έχουν ατέλειες και ασχήμιες. Έχει περιγραφικό χαρακτήρα, δηλ. παρατηρεί και καταγράφει τα πράγματα όπως ακριβώς είναι και όπως βρίσκονται. Απεικονίζει φωτογραφικά τα γεγονότα, επιπόλαια και με ρηχότητα. Μελετά την ανθρώπινη ψυχή και βρίσκει τα κίνητρα και τους κόσμους της. Προσέχει κυρίως τις κακές και παθολογικές στιγμές της ζωής τις οποίες παρακολουθεί και καταγράφει. Ο νατουραλισμός έχει όλα τα στοιχεία του ρεαλισμού, υπερτονισμένα, όμως σε σημεία υπερβολής. Η όψη του κόσμου που παρουσιάζει είναι ζοφερή κι η εικόνα του ανθρώπου θλιβερή κι απογοητευτική, καθώς αυτός περιγράφεται σωματικά και ψυχικά ατελής και αδύναμος, δημιούργημα της κληρονομικότητας και του περιβάλλοντος.

5) Ο παρνασσισμός
O Παρνασσισμός είναι μια τεχνοτροπία, που πρωτογεννήθηκε στη Γαλλία και σήμερα είναι σε παρακμή. Παρνασσιακοί ονομάστηκαν οι νέοι ποιητές που ποιήματά τους δημοσιεύθηκαν σε μια κοινή συλλογή το 1886 στο Παρίσι με τον τίτλο «Σύγχρονος Παρνασσός». Η τεχνοτροπία αυτή επανέφερε στην τέχνη την κλασσική ισορροπία, τη συμπύκνωση των νοημάτων, τη γαλήνη και την ακρίβεια, όπως ο κλασικισμός. Θέλει την αυστηρή τήρηση των στιχουργικών κανόνων και αποδίδει μεγάλη σημασία στην εξωτερική μορφή της ποίησης.
Κυριότεροι αντιπρόσωποι  της τεχνοτροπίας αυτής υπήρξαν οι: Λεκόντ Ντελίλ,  Θεόφιλος Γκωτιέ.

6) Ο συμβολισμός
Η τεχνοκρατία αυτή παρουσιάστηκε στο τέλος του ΙΘ΄ αιώνα στη Γαλλία σαν αντίδραση στο ρομαντισμό, στο νατουραλισμό και στον παρνασσισμό. Η ονομασία αυτή δόθηκε γιατί στη νέα τούτη τεχνοτροπία ο καλλιτέχνης προσπαθεί να εκφράσει τα πιο βαθιά συναισθήματα, ακόμη και τις πιο λεπτές τους αποχρώσεις, με τη βοήθεια συμβόλων παρμένων από τον υλικό και τον πνευματικό κόσμο.  Οι συμβολιστές είναι κυρίως ποιητές που επιζητούν να δημιουργήσουν μια ποίηση, στην οποία οι λέξεις θα έχουν μια υποβλητική μουσικότητα. Οι συμβολιστές ποιητές γέννησαν τον ελεύθερο στίχο.
Ο συμβολισμός πίσω από κάθε φυσικό αντικείμενο, καλλιτέχνημα ή φαινόμενο, βλέπει μια ιδέα, μια ψυχική και πνευματική ζωή. Ο υλικός κόσμος για το συμβολιστή είναι σύμβολο, εικόνα, ή μορφοποίηση του νοητού κόσμου των ιδεών. Κύρια χαρακτηριστικά του συμβολισμού είναι: o ρεμβασμός, η μουσικότητα, η φευγαλέα εντύπωση και η υπερβολή. Για να το επιτύχει αυτό, χρησιμοποιεί τη γλωσσική ελευθερία και τη νοηματική ασάφεια.
Κύριος θεμελιωτής του συμβολισμού είναι ο Γάλλος Βερλαίν και ο πρόδρομός του Μπωντλαίρ. Εκπρόσωπος του συμβολισμού στην Ελλάδα είναι ο Κ. Χατζόπουλος.

7) Ο σ(ο)υρεαλισμός ή υπερρεαλισμός
Η τεχνοτροπία αυτή αποβλέπει στην υπέρβαση του πραγματικού και αισθητού κόσμου, ζητώντας την παράσταση και εξωτερίκευση των υποσυνειδήτων ενεργειών της ψυχής και των ονειρικών εντυπώσεων. Δεν τηρεί τάξη, ακρίβεια, ενότητα, συμφωνία και συμμετρία. Παρουσιάζει τα πράγματα και τις ιδέες πολύ τολμηρά, πιο πέρα απ’ όσο βρίσκονται στην πραγματικότητα.
Κυριότεροι εκπρόσωποι του σουρεαλισμού στη Γαλλία υπήρξαν: ο Μπρετόν, ο Ελυάρ, ο Αραγκόν. Στην Ελλάδα ο Εμπειρίκος και ο Εγγονόπουλος.

8) Ο ιδεαλισμός
Είναι η τεχνοτροπία εκείνη κατά την οποία ο λογοτέχνης επιδιώκει την εξιδανίκευση της πραγματικότητας με την αναπαράσταση του ιδεώδους κάλλους.


6. Οι ελληνικές  λογοτεχνικές σχολές και γενιές

Λογοτεχνική γενιά λέγεται η ομάδα λογοτεχνών μιας συγκεκριμένης εποχής ή περιόδου. Σε μια λογοτεχνική γενιά εντάσσονται λογοτέχνες που έχουν περίπου την ίδια ηλικία, άρα και κοινές ιστορικές και πολιτιστικές εμπειρίες και συναίσθηση ότι διαφέρουν από προηγούμενη γενιά ως προς την έκφραση νέων μορφών. Λογοτέχνες που ανήκουν στην ίδια γενιά συμβαίνει πολλές φορές να ακολουθούν διαφορετικές σχολές.
Λογοτεχνική σχολή λέγεται μια ομάδα λογοτεχνών με ίδια χαρακτηριστικά γνωρίσματα μορφής και περιεχομένου, με κοινές αισθητικές αντιλήψεις που εισάγει νέες μορφές. Η διαφορά της από την γενιά έγκειται στο γεγονός ότι επικεφαλής της Σχολής υπάρχει μια εξέχουσα καλλιτεχνική προσωπικότητα που της αναγνωρίζεται ο ρόλος του δασκάλου. Παράδειγμα ο Σολωμός επικεφαλής της Επτανησιακής Σχολής.

Κυριότερες Σχολές της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας είναι οι εξής:
1) Κρητική Σχολή
Οι Κρητικοί έχουν να επιδείξουν αξιόλογα λογοτεχνικά έργα από πολύ παλιά, αλλά τα πιο σημαντικά γράφτηκαν επί Βενετοκρατίας (1211 - 1669) και γι’ αυτό όταν λέμε «Κρητική σχολή» εννοούμε αυτή την  περίοδο (περίοδος ακμής 1610 - 1669).
Οι Κρητικοί, την εποχή που η ηπειρωτική Ελλάδα ήταν υπό οθωμανική κατοχή (1610 - 1669), ζώντας κάτω από την κυριαρχία των Ενετών, που τους είχαν επιτρέψει να διατηρήσουν τη γλώσσα τους, γνώρισαν μια σχετική  ελευθερία. Έτσι στην Κρήτη τα χρόνια αυτά αναπτύχθηκε αξιόλογη λογοτεχνία. Έργα της εποχής αυτής είναι « Ο Ερωτόκριτος» του Β. Κορνάρου, «Η Θυσία του Αβραάμ» Β. Κορνάρου, «Η Ερωφίλη», «Η βοσκοπούλα» «Ο Γύπαρης» του Χορτάτζη  κ.α. 
2) Η Σχολή των Ιωαννίνων
Η σχολή αυτή πήρε την ονομασία της από τα Ιωάννινα, τα οποία επί εποχής Αλί Πασά ανάπτυξαν αξιόλογη πνευματική κίνηση με επικεφαλής τον Α. Ψαλίδα. Στη σχολή αυτή ανήκουν: A. Χριστόπουλος, Ι. Βηλαράς, Ρ. Φεραίος κ.α.
Κύριο χαρακτηριστικό τους η χρήση της δημοτικής.
3)  Η Επτανησιακή Σχολή
Στα Επτάνησα, εξαιτίας του ότι δεν υποτάχθηκαν στους Τούρκους, αλλά έμειναν κάτω από την κυριαρχία των Ενετών, αναπτύχθηκε μεγάλη πνευματική κίνηση και δημιουργήθηκε η Επτανησιακή Σχολή. Κυριότερος εκπρόσωπος της είναι ο Διονύσιος Σολωμός. Στη σχολή αυτή ανήκουν επίσης οι: I. Τυπάλδος, Γ. Τερτσέτης, Λ. Μαβίλης, Ι. Πολυλάς, Α. Κάλβος, Α. Βαλαωρίτης κ.ά.
4)  Η παλιά Αθηναϊκή Σχολή ή Ρομαντική
Η Σχολή αυτή αναπτύχθηκε στην Αθήνα κατά τον 19ο αι., όταν η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα του ελληνικού Κράτους, από τους Φαναριώτες λόγιους που συγκεντρώθηκαν εκεί και οι οποίοι συνέχισαν τη λόγια παράδοση σ’ όλους τους τομείς της πνευματικής κίνησης.  Κυριότεροι εκπρόσωποί της είναι: Α. Ραγκαβής, Π.  Σούτσος, Δ. Παπαρηγόπουλος, Γεώργιος και  Αχιλλέας Παράσχος κ.ά.
Είναι επηρεασμένοι από το γαλλικό ρομαντισμό και γράφουν συνήθως στην καθαρεύουσα.
Γ. Βιζυηνός, Α. Προβελέγγιος, Γ. Ζαλοκώστας και Δ. Βικέλας ανήκουν στη μεταβατική εποχή της Παλαιάς και της Νέας Αθηναϊκής Σχολής.
5)  Η Νέα Αθηναϊκή (ή Παλαμική) Σχολή
Δημιουργός της Σχολής αυτής είναι: ο Κ. Παλαμάς με τους Ν. Καμπά και Γ. Δροσίνη. Η Σχολή αυτή κηρύσσει την επιστροφή στη γνήσια λαϊκή παράδοση, στη δημοτική γλώσσα και σε όλα εκείνα τα στοιχεία που είχε περιφρονήσει η Ρομαντική Σχολή. Η τεχνοτροπία της είναι κυρίως νατουραλιστική. Κυριότεροι άλλοι εκπρόσωποί της είναι:
α) Η πρώτη Παλαμική γενιά: Ι. Πολέμης, Α. Μαβίλης, Α. Μαλακάσης, Κ. Κρυστάλλης κ.ά.
β) Η δεύτερη Παλαμική γενιά: Α. Σικελιανός, Ν. Καζαντζάκης, Α. Παπαδιαμάντης, Α. Καρκαβίτσας, Ι. Κονδυλάκης, Γ. Ψυχάρης, Γ. Ξενόπουλος κ.α.

Τη Νέα Αθηναϊκή Σχολή συμπληρώνουν:
  1. Η Σχολή της Τέχνης (1895 - 1912) που στην αρχή ακολουθεί την Παρνασσιακή και ύστερα τη συμβολιστική τεχνοκρατία: Ι. Γρυπάρης, Κ. Χατζόπουλος, Μ. Μαλακάσης, Λ. Πορφύρας, Ζ. Παπαντωνίου, Π. Νιρβάνας κ.α.
  2. Η Σχολή του Νουμά, που καλλιεργεί με φανατισμό το δημοτικισμό: Ρ. Γκόλφης, Κ. Καρθαίος, Π. Βλαστός κ.α.
  3. Οι οπαδοί του σουρεαλισμού, με κυριότερο εκπρόσωπο τον  Ο. Ελύτη.
  4. Η Μοντέρνα Σχολή, με κυριότερο εκπρόσωπο το Γ. Σεφέρη

                                               Λογοτεχνικές σχολές απόδημου Ελληνισμού
  1. Η Αλεξανδρινή Σχολή, με κέντρο την Αλεξάνδρεια: K. Καβάφη, Π. Γνευτό κ.α.
  2. Η Κυπριακή Σχολή: B. Μιχαηλίδη, Θ. Λυπέρτη, Λ. Παυλίδη, Τεύκρο Ανθία, Π. Κριναίο κ.α.
  3. Η Αγγλική Σχολή: A. Eφταλιώτη, Α. Πάλλη, Π. Βλαστός κ.α.